Άγιος Αντώνιος ο Μέγας

Η μνήμη του τιμάται στις 17 Ιανουαρίου

megas_antonios

Σε κανέναν Άγιο της Εκκλησίας μας δεν έκανε τόσες και τέτοιες άγριες επιθέσεις πειρασμών ο διάβολος, όσες στον Μέγα Αντώνιο. Μεταχειρίστηκε ο δόλιος όλα τα μέσα για να τον γκρεμίσει, άλλα δεν μπόρεσε.

Πάμπλουτος αλλά Αγράμματος

Το 251 μ.Χ. γεννήθηκε στην Αίγυπτο ένα μεγάλο και φωτεινό αστέρι της χριστιανοσύνης: Ο Μέγας Αντώνιος. Ιδιαίτερη πατρίδα του ήτανε ένα μικρό χωριό, Κόμα ονομαζόμενο, που βρισκότανε ανατολικά της όχθης του ποταμού Νείλου, στην Νότιο Μέμφιδα.

Οι γονείς του ήτανε πλούσιοι και ευσεβείς χριστιανοί. Μπορούσανε να δώσουμε μεγάλη μόρφωση στον μικρό τους Αντώνιο και να τον αναδείξουν μεγάλο επιστήμονα, αλλά τους φόβιζε η συναναστροφή στο σχολείο με τα παιδιά των ειδωλολατρών. Δεν θέλανε να χάση την πίστη του το παιδί τους, από την πλάνη της ειδωλολατρίας. Προτιμούσανε να δούνε το παιδί του στον Παράδεισο αγράμματο, παρά γραμματισμένο στην Κόλαση. Έμεινε, λοιπόν, εξαιτίας αυτού, τελείως αγράμματος ο Αντώνιος. Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να αναδειχθεί Μέγας.

Οι γονείς του, όμως, φροντίσανε πολύ για την χριστιανική ανατροφή του. Τον μεγαλώσανε με τις αρχές του Ευαγγελίου και του δείξανε τους δύο δρόμους, που θα τον γλύτωναν από τις παγίδες του διαβόλου: τον δρόμο του σπιτιού και τον δρόμο της Εκκλησίας.

Σε ηλικία 18 ετών, έμεινε ορφανός με μια αδελφή. Ο θάνατος των γονέων του, τον έβαλε στην αρχή σε λύπη και σε βαθύ συλλογισμό. Κατάλαβε τότε, πόσο μάταιος είναι τούτος ο κόσμος και πόσο γρήγορα είναι το πέρασμα του άνθρωπου από την προσωρινή αυτή ζωή.

Αναχωρεί στην έρημο

Μια Κυριακή ακούει στην Εκκλησία την Ευαγγελική περικοπή, στην οποία συζητάει ο Χριστός μ’ ένα πλούσιο νεαρό και του δείχνει, τον δρόμο της τελειότητας και της σωτηρίας της ψυχής του. Ο Χριστός, αφού ακούει τον νεαρό πλούσιο, να του λέγει, ότι έχει ζήσει σύμφωνα με τις εντολές του Θεού, του υπογραμμίζει: «Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε, πώλησόν σου τά ὑπάρχοντα καί διάδος πτωχοῖς καί δεῦρο ἀκολουθεῖ μοί καί ἕξεις θησαυρόν ἐν οὐρανῶ». Τα λόγια αυτά του Ευαγγελίου, κάνουν βαθειά εντύπωση στην ψυχή του Αντωνίου. Γυρίζει στο σπίτι του σκεφτικός και κυριευμένος από αγωνία. Νομίζει, ότι η φωνή του Κυρίου τον καλεί κι αυτόν, όπως εκείνον τον νέον, να τον ακούσει και να τον ακολουθήσει. Υπακούει αμέσως και χωρίς αναβολή. Πουλάει όλα του τα κτήματα. Από την πώληση τους, πήρε πολλά χρήματα. Το χρυσάφι όμως, δεν του τράβηξε την καρδιά. Το έδωσε στην Εκκλησία, το μοίρασε στους φτωχούς και στους δυστυχισμένους. Αυτός κράτησε μόνο για την αδελφή του ελάχιστα χρήματα.

Έπειτα εμπιστεύεται την αδελφή του σ’ ένα Κοινόβιο παρθένων, σ’ έναν παρθεώνα. Εκεί, ζούσανε ενάρετες γυναίκες μαζί και επεδίδοντο σε έργα αγάπης. Φεύγει κι’ αυτός, όχι πολύ μακριά από το σπίτι του κι’ άρχισε την ασκητική ζωή. Δεν υπάρχουν ακόμη μοναστήρια την εποχή εκείνη συγκροτημένα, όπως είναι σήμερον. Γι’ αυτό καταφεύγει σ’ ένα ερημητήριο των περιχώρων. Εκεί, βρίσκει, ένα Γέροντα ασκητή, ο όποιος αναλαμβάνει να τον καθοδηγήσει στην αρετή. Να φτιάξη ψυχή ο άνθρωπος χρειάζεται άσκησης. Τα πάθη δεν βγαίνουν, χωρίς αγώνα.

«Ὑποπιάζω μου τό σῶμα καί δουλαγωγῶ», έλεγε ο Παύλος, «μήποτε ἄλλοις κηρύξας ἐγώ αὐτός ἀδόκιμος γένωμαι».

Προσεύχεται στο Θεό. Του ζητάει να τον βοηθήσει στον αγώνα του, για την σωτηρία της ψυχής του. Ξενυχτάει, τώρα, πολλές φορές στην άσκηση και στην προσευχή. Τρώγει ελάχιστα. Η τροφή του είναι ένα ξερό κομμάτι ψωμί και νερό. Τρώγει μόνο μια φορά την ήμερα. Μερικές μάλιστα μέρες, περνούν, χωρίς να βάλει τίποτε στο στόμα του. Άλλοτε, πάλι γεύεται το ξεροκόμματο, αφού περάσουν τρεις και τέσσερες μέρες εξαντλητικής νηστείας.

Οι πρώτοι πειρασμοί

Ο διάβολος όμως, βλέπει την μεγάλη πρόοδο του Αντωνίου, στην αγιοσύνη, ταράζεται και στεναχωριέται. Βάζει αμέσως τότε σε ενέργεια τις παγίδες του και τα φοβερά σχέδιά του. Τον χτυπάει λοιπόν, πρώτα με τα πλούτη και τις ανέσεις:

-Είσαι κουτός, του λέγει μέσα του, στην σκέψη του. Άφησες τόσα πλούτη και ήρθες εδώ στην ερημιά να πεθάνεις από την πείνα και από το κρύο! Δεν βλέπεις την δυστυχία, που σε πνίγει; Ένα στρώμα δεν έχεις να στρώσης. Ζεστασιά δεν υπάρχει πουθενά. Δεν είναι για σένα ο τόπος αυτός. Θα πεθάνεις και είναι αμαρτία. Έπειτα μη ξεχνάς: Έχεις και αδελφή! Πώς την άφησες μόνη της; Είναι σωστό αυτό; Τι ευτυχισμένος είσαι τώρα εδώ, σε μια υγρή σπηλιά! Όλοι οι άλλοι, που ζούνε στον κόσμο, θα χαθούμε και συ μόνο θα σωθείς; Είναι άραγε σωστό αυτό που κάνεις;

Όλες αυτές τις σκέψεις τις βάζει στον νου του Αντωνίου ο Σατανάς και περιμένει μ’ αγωνία το αποτέλεσμα. Τί θα γίνει; Θα τις δεχτεί; Θα υποκύψει ή όχι;

Άλλα στις δύσκολες αυτές στιγμές του πειρασμού, ο άγιος δεν λυγίζει. Προσεύχεται πολύ. Παρακαλεί από τα βάθη της καρδία του τον Θεό να τον βοηθήσει. Η προσευχή του, η νηστεία του και η θέληση του, νικούν τον διάβολο και τον τρέπουν σε φυγή.

Δεν πρόκειται όμως, να ησυχάσει. Ο διάβολος βάζει μπροστά νέο σχέδιο, πιο τολμηρό αυτή την φορά. Τον πολεμάει με την σάρκα. Εκμεταλλεύεται γι’ αυτό ο άθλιος την νεότητά του. Παρουσιάζει στην φαντασία του αισχρά θεάματα. Μεταμορφώνεται ο τρισάθλιος σε γυμνή γυναίκα και προσπαθεί εκεί στην ερημιά, να τον σκανδαλίσει και να τον νικήσει. Αγωνίζεται μέρα νύχτα να τον γκρεμίσει. Τού παρουσιάζει κέντρα διασκεδάσεων και σκηνές οργίων. Κάνει ότι μπορεί, για να επιτύχει τους δόλιους σκοπούς του.

Ο Άγιος, όμως συνεχώς προσεύχεται. Μένει ξάγρυπνος και παρακαλεί τον Θεό να του δώσει δύναμη ν’ αντέξει σ’ αυτή την άγρια επίθεση των πειρασμών του διαβόλου, για να επιτύχει μέχρι το τέλος στην άμυνά του, δεν τρώγει εντελώς τίποτε. Κόβει κι’ αυτό το ελάχιστο ξερό ψωμί, που έτρωγε κάθε βράδυ, και μένει μέρες ολόκληρες νηστικός.

Ο Σατανάς δεν εγκαταλείπει όμως τον αγώνα.

—Να το δόλωμα! Η υπερηφάνεια. Τώρα, είναι η ώρα να τον κάμω να υπερηφανευτεί. Παρουσιάζεται, λοιπόν, ο δαίμονας στον Άγιο με μορφή μαύρου παιδιού και του λέγει:

—Αχ! Αντώνιε. Πολλούς πλάνεψα, πολλούς έβαλα κάτω και τους νίκησα, αλλά εσένα κουράστηκα να σε πολεμώ! Νομίζω, πώς δεν θα επιτύχω. Είσαι δυνατός. Σε παραδέχομαι.

—Και ποιος είσαι εσύ; τον ρώτησε ο Μ. Αντώνιος.

—Εγώ είμαι το πνεύμα της πορνείας και γαργαλίζω τους νέους στην πράξη αυτή.

Ο Άγιος, δεν υπερηφανεύεται, όπως περίμενε ο σατανάς. Δεν είπε από μέσα του: Τί είμαι εγώ!, Μπράβο μου!, Τα κατάφερα, αλλά δόξασε το όνομα του Κυρίου, που του έδωσε, την δύναμη να νικήσει και είπε στον σατανά:

—Ύπαγε οπίσω μου σατανά. Δεν σε φοβάμαι.

Μέρες αθλήσεως

Μετά τους πειρασμούς, ο Άγιος προσεύχεται με πολλή πίστη. Η νηστεία και η σκληραγωγία γινότανε πιο αυστηρή. Έκτος από το ελάχιστο ψωμί, που έτρωγε κάθε δύο τρεις ή και τέσσερες μέρες, ούτε λάδι, ούτε κρασί, ούτε καμιά άλλη τροφή έβαζε στο στόμα του. Κοιμότανε δε πάνω σε μια παλιά ψάθα ή και εντελώς κάτω στο χώμα. Για ν’ ανεβάσει, λοιπόν, ακόμη πιο ψηλά τον αγώνα και την άθληση του την χριστιανική, καταφεύγει σ’ ένα παλαιό τάφο κι’ απομονώνεται. Εκεί του φέρνει την λίγη τροφή του, από καιρού εις καιρόν, κάποιος ευσεβής χριστιανός. Ο τάφος αυτός ήταν ευρύχωρος, σαν δωμάτιο.

Ο Σατανάς επιτίθεται και πάλι

Γεμάτος οργή και μίσος για την αποτυχία του ο διάβολος, ξανακτυπάει τον Άγιο, για να τον κάνη να γυρίσει πίσω στον κόσμο και να τον ρίξει στην αμαρτία. Πηγαίνει την νύκτα και κάνει χαλασμό. Του παρουσιάζεται με μορφές φιδιών, σκορπιών, λύκων, τίγρεων, που τον δαγκώνουν και του σχίζουν τις σάρκες.

Ο Μέγας Αντώνιος λέει με γενναιότητα:

—Δε θα με νικήσετε! ο αριθμό σας και ο θόρυβος σας δείχνουν την αδυναμία σας.

Οι δαίμονες τον κτυπούν τότε μανιασμένα και τον αφήνουν εκεί με πληγές αναίσθητο και μισοπεθαμένο. Έτσι αναίσθητο τον βρίσκει ο χριστιανός, που του πήγε το πρωί το ψωμί του. Τον νομίζει για νεκρό. Τον μεταφέρει στο σπίτι του, κοντά στους συγγενείς και τους γνωστούς του.

Συνέρχεται όμως, ο Άγιος την νύκτα και γυρίζει πάλι στον τάφο του μαρτυρίου του.

—Εδώ είμαι! φωνάζει ο όσιος. Δεν με φοβίζουν τα ψεύτικα μαστίγιά σας. Κανένα μαρτύριο δεν θα με απομακρύνει από τον Δεσπότη μου Χριστό.

Αγριεύουν οι δαίμονες, στη συνέχεια της μάχης, που δίνουν. Παρουσιάζονται σε χίλιες δυο μορφές ερπετών και θηρίων.

Και ο Μέγας Αντώνιος, χωρίς να τα χάση είπε:

—Εάν είχατε δύναμη, ένας και μόνο από σας, μπορούσε να με εξοντώσει. Επειδή ο Κύριος σας έχει κόψει τα νεύρα και σας έχει αφήσει χωρίς δύναμη, γι’ αυτό προσπαθείτε με το πλήθος, με την ψευτιά και την υποκρισία, να με φοβίσετε. Και γι’ αυτό μεταμορφώνεστε σε τόσα θηρία! Εμπρός λοιπόν! Εάν όμως δεν πήρατε άνωθεν εξουσία εναντίον μου, μησ τέκεστε. Εάν όμως δεν πήρατε, τί ταράζεσθε;

Οι δαίμονες ακούγοντας τα λόγια αυτά του Άγιου, έτριζαν τα δόντια τους, μια ακτίνα με θεϊκό φως κατέβηκε από τη στέγη του τάφου.

Γαλήνη κι ησυχία απλώθηκε παντού. Το κορμί του Άγιου δεν πονούσε πλέον και δεν υπήρχαν πληγές στο σώμα του. Θεραπεύτηκαν από τον Κύριο. Ο μεγάλος ασκητής, καταλαβαίνει την θεία επίσκεψη και ρωτάει:

—Πού ήσουνα, γλυκύτατέ μου Θεέ και δεν φανερωνόσουνα από την αρχή, να σταματήσεις τους πόνους του κορμιού μου; Δεκαέξι χρόνια, με έψησε ο σατανάς.

Ακούστηκε τότε, μια φωνή, που του έλεγε:

—Αντώνιε, εδώ ήμουνα και σε παρακολουθούσα αοράτως. Αλλά πρόσμενα να ιδώ τον αγώνα σου. Αφού, λοιπόν, δεν νικήθηκες, αλλά υπέφερες με πίστη, θα είμαι πάντοτε κοντά σου και θα κάνω το όνομά σου ξακουστό σ’ όλο τον κόσμο.

Σηκώθηκε τότε ο Άγιος και προσευχήθηκε θερμά.

Για πιο αυστηρή άσκηση

Κατά το 285 μ.Χ., θέλει ν’ απομακρυνθεί περισσότερο από τον κόσμο. Ο Άγιος Αντώνιος ξεκινάει, για το σκληρό και δύσκολο δρόμο της ασκήσεως. Περνάει τον Νείλο ποταμό και προχωράει προς τα βουνά της δεξιάς όχθης του, που προεκτείνονται προς την Αραβία.

Ο σκοτεινός διάβολος πλημμυρίζει από μίσος κατά του Άγιου. Καθώς τον βλέπει να προχωρεί, για πιο αυστηρή άσκηση και πρόοδο αγιοσύνης, ταράζεται. Δεν το βάζει όμως κάτω. Ετοιμάζεται να τον σκανδαλίσει, για τα τον ρίξει στην αμαρτία.

Ο Αργυρένιος δίσκος

Του πετάει, λοιπόν, στον δρόμο του εκεί που βάδιζε στην έρημο, ένα μεγάλο, αστραφτερό, αργυρένιο δίσκο! Ο Μέγας Αντώνιος κοντοστέκεται για λίγο και λέγει εκείνο, που κατάντησε παροιμιώδες: Πόθεν δίσκος εν τη ερήμω;. Από που βρέθηκε ο δίσκος στην έρημο; Δική σου τέχνη είναι τούτο, διάβολε! είπε τότε ο Άγιος. Θέλεις να με εμπαίξεις. Δεν θα σού κάνω όμως την χάρη. Χάρισμά σου, λοιπόν. Πάρε τον δίσκο μαζί σου στην απώλεια, στο σκοτάδι της Κολάσεως, του φρικτού βασιλείου σου…

Μόλις, όμως, είπε αυτά ο όσιος, ο δίσκος έγινε άφαντος! Ο δαίμονας είχε νικηθεί και πάλι.

Σε λίγο ο Μέγας Αντώνιος συναντάει μπροστά του άφθονο χρυσάφι, που άστραφτε και γυάλιζε με τη λάμψη του. Για το χρυσάφι αυτό, δίνονται δύο εξηγήσεις. Η μία είναι, ότι το παρουσίασε ο διάβολος στον Άγιο, για να τον εμποδίση από τον θεάρεστο δρόμο του, για να του ανάψει την φλόγα της φιλαργυρίας και του πλούτου και έτσι να του αλλάξει τα μυαλά. Η άλλη εξήγηση είναι, ότι το χρυσάφι αυτό, παρουσίασε ο Θεός στον Άγιο, για να δείξει στον διάβολο, ότι ο Αντώνιος, ούτε από το χρυσάφι παρασύρεται, ούτε με τίποτε άλλο αλλάζει την ευτυχία της πίστεώς του, που νοιώθει.

Είναι στη Λυβική έρημο Πισπίρι, που βρίσκεται το σημερινό Δάρ -Ελ -Μεϊμούν. Φθάνει, λοιπόν, ο μεγάλος ασκητής βαθειά στην έρημο. Εδώ, αρχίζει ο Μ. Αντώνιος να ζει σε πιο αυστηρή άσκηση. Απομονωμένος από τον κόσμο εντελώς, βαθαίνει στα μυστήρια της ζωής και της Δημιουργίας. Είκοσι ολόκληρα χρόνια, προσεύχεται, νηστεύει, ξαγρυπνάει και αντιστέκεται στους πειρασμούς του διαβόλου.

Οι επισκέπτες, που πηγαίνουν να τον δουν, ακούνε στο φρούριο άγριες κραυγές:

—Φύγε από τον τόπον μας. Η έρημος είναι δική μας. Δεν θα μπορέσεις ν’ αντέξεις στις μηχανές μας. Θα σε πιάσουμε στις παγίδες μας και στις ενέδρες μας!

Οι επισκέπτες νομίζουνε στην αρχή, ότι οι φωνές είναι ανθρώπινες. Διαπιστώνουν όμως έπειτα, ότι πουθενά δεν υπάρχουν άνθρωποι, εκτός από τον γενναίο ασκητή. Καταλαβαίνουν τότε τί υπεράνθρωπη πάλη κάνει ο Άγιος με την πανουργία του διαβόλου και θαυμάζουν.

Τότε ο Άγιος τους πλησιάζει γαλήνιος. Ανοίγει την εξώπορτα του φρουρίου και τους λέγει:

—Μη φοβάστε, αγαπητοί μου. Αφήστε τον δαίμονα να χτυπιέται. Εσείς να κάνετε τον σταυρόν σας και να βαδίζετε άφοβα στον δρόμο σας.

Οδηγός και διδάσκαλος

Το όνομα του Μεγάλου Αντωνίου γίνεται ξακουστό. Ο θαυμασμός, για την αυστηρή ζωή, παρακινεί πολλούς να πάνε να τον δούνε. Πολλοί μοναχοί, τον βλέπουνε σαν φωτεινό παράδειγμα αγίας ζωής και θέλουν να τον μιμηθούν. Όταν, λοιπόν, μαθαίνουν που βρίσκεται, τρέχουν πολλοί με χαρά κοντά του. Κοιτάζουν με απορία το κοκαλιάρικο σώμα του και τα χάνουν. Αρκετοί, που πάσχουν από αρρώστιες, μόλος τον βλέπουν, γιατρεύονται. Πολλοί δαιμονισμένοι λυτρώνονται από τα δεσμά του διαβόλου.

Ο Μέγας Αντώνιος, όλους τους δίδασκε. Δεν ήξερε βέβαια γράμματα, αλλά ο λόγος του ήτανε «ἅλατι ἠρτυμένος». Όσοι τον άκουγαν, ένοιωθαν αμέσως γαλήνη στην καρδιά του. Μεγάλωνε ο έρωτάς τους για την αρετή. Έφευγε από το σώμα τους η τεμπελιά, για τους πνευματικούς αγώνας και από την ψυχή τους ο καταστρεπτικός εγωισμός. Μάθαιναν όλοι τους, πώς να καταφρονούν τους πειρασμούς του πονηρού διαβόλου και πώς να πλησιάζουν περισσότερο τον Χριστό.

 Στην Αλεξάνδρεια κοντά στους μάρτυρες

Κατά το 311 μ.Χ. επί της βασιλείας του αυτοκράτορα Μαξιμίνου, ξεσπάει άγριος διωγμός εναντίον των Χριστιανών στην Αίγυπτο. Τότε ο άγιος αφήνει την έρημο. Παίρνει μαζί του και μερικούς άλλους μοναχούς και κατεβαίνει στην Αλεξάνδρεια, έτοιμος να μαρτυρήσει, για το Χριστό. Στερεώνει τους μάρτυρες στην πίστη. Τους δίνει κουράγιο. Τους βοηθάει στις δύσκολες στιγμές τους. Και, όταν δόθηκε εντολή, να μην πατήσει μοναχός στα δικαστήρια, ο μεγάλος ασκητής, δεν υπάκουσε. Μπήκε στο δικαστήριο και κάθισε σε σημείο, που να τον βλέπουν . Μέσα του κρυφόκαιγε ο πόθος να μαρτυρήσει, για την πίστη του Κυρίου, γιατί γνώριζε, ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερο για τον άνθρωπο από το να αξιωθεί να μαρτυρήσει για τον Χριστό. Άλλη, όμως ήτανε η βουλή του Θεού

 …«Ἄνθρωπος ἁμαρτωλός εἶμαι»…

Μια μέρα, ενώ ησύχαζε στο κελί του, προχωρεί προς τα εκεί, ένας ανώτατος αξιωματικός ονόματι Μαρτινιανός και του κτυπάει την πόρτα, λέγοντας:

-Άνθρωπε του Θεού, σε παρακαλώ βοήθησε με. Έχω μια θυγατέρα, που την ενοχλεί ο διάβολος. Αρρωσταίνει φοβερά. Ζητώ την βοήθεια σου… Ο Άγιος απαντάει τότε:

-Άνθρωπε, τι, θέλεις; Αμαρτωλός άνθρωπος είμαι κι εγώ όπως είσαι κι εσύ. Εάν όμως πιστεύεις στον Χριστό, πήγαινε, κάνε την προσευχή σου και θα εκπληρωθεί η επιθυμία σου.

Εκείνος πίστεψε τότε ολόψυχα στο Θεό. Γονάτισε και με πόνο ζήτησε την βοήθεια του. Το θαύμα έγινε. Η θυγατέρα του θεραπεύτηκε θαυματουργικά.

 Στη μακρινή έρημο

Αποφασίζει, λοιπόν, να προχωρήσει, για άλλο μέρος. Σκέφτεται να πάει στην Θηβαίδα…

Παίρνει, λοιπόν, δυο καρβέλια ψωμί και κατεβαίνει στο ποτάμι. Εκεί, περιμένει να φανεί κανένα πλοιάριο η καμιά βάρκα για να τον περάσει απέναντι.

Ξαφνικά ακούει μια φωνή, να του λέγει:

—Πού πήγαινες, Αντώνιε;

—Οι όχλοι μού ζητούν να κάνω θαύματα παραπάνω από τις δυνάμεις μου. Φεύγω, λοιπόν, για να ησυχάσω στην άνω Θηβάιδα, είπε ο Άγιος.

—Και στη Θηβαίδα να πάς θα έρθουν να σε βρούνε. Για να ησυχάσεις, λοιπόν, προχώρα βαθύτερα στην έρημο.

—Και ποιος θα μου δείξει τον δρόμο, αφού δεν τον ξέρω; ρώτησε ο Αντώνιος.

Τότε, η αόρατη φωνή του ουρανού, του έδηξε ν’ ακολουθήσει μερικούς Σαρακηνούς, που περνούσανε εκείνη την στιγμή κοντά του, για να φτάσει έτσι στον τόπο, που θα εύρισκε ησυχία και γαλήνη. Οι Σαρακηνοί δέχτηκαν με χαρά να τον καθοδηγήσουν. Περπάτησε μαζί τους στην έρημο τρία μερόνυχτα. Έφτασε τελικά, κοντά σ’ ένα ψηλό βουνό, που βρίσκεται στην περιοχή της Ερυθραίας, Εκεί, βρήκε άφθονο γάργαρο και κρύο νερό, κοντά στην Ερυθρά Θάλασσα. Υπήρχαν δε και αρκετοί φοίνικες. Το σημείο εκείνο ήταν αρκετά εύφορο. Εκεί τον άφησαν οι Σαρακηνοί, κατά την επιθυμία του, αφού του έδωσαν προηγουμένως μερικούς άρτους.

Ύστερα από λίγο καιρό, μαθαίνουν οι μαθητές του, που βρίσκεται. Με στοργή και αγάπη τρέχουν κοντά του. Τον συμβουλεύονται στις δυσκολίες, που συναντούν και πιο πολύ τον προσέχουν και τον φροντίζουν. Ο Μέγας Αντώνιος σκέπτεται τους κόπους, την απόσταση και την ταλαιπωρία των μοναχών, που τον εφοδιάζουν με ψωμί και τους λυπάται. Για να τους απαλλάξει, λοιπόν, από τα δρομολόγια, τους ζητάει να του φέρουν σκαφτικά, γεωργικά, εργαλεία και λίγο σιτάρι, για σπορά. Όταν του φέρανε αυτά, που ζήτησε, επιδόθηκε στην μικροκαλλιέργεια. Έσκαψε την γη κι’ έσπειρε το σιτάρι. Έπειτα το φρόντιζε.

Μόλις είδε ο Άγιος την ευφορία της γης, αλλά και την ανάγκη των επισκεπτών του να θέλουν να βάλουν κάτι στο στόμα τους, φύτεψε και λαχανικά.

Δεν τον άφησαν όμως τ’ άγρια ζώα σε ησυχία. Κατέβαιναν στην πηγή, έπιναν νερό κι’ έπειτα έμπαιναν στα σπαρτά του και στο κήπο και του τα κατέστρεφαν.

Ο Άγιος έπιασε μια μέρα ένα απ’ αυτά τα ζώα και του μιλούσε, όπως μιλάνε σε λογικούς ανθρώπους:

— Γιατί με ζημιώνετε, του είπε. Εγώ σάς ζημιώνω; Πηγαίνετε λοιπόν στ’ όνομα του Κυρίου και μη με ξαναπλησιάσετε.

Και τότε έγινε το έξης θαυμαστό. Τα άγρια ζώα ούτε τον κήπο του χαλάσανε, ούτε κατεβήκανε άλλη φορά στην πηγή εκείνη, για να πιούν νερό!

 Ανάμεσα στα λιοντάρια

Μια νύχτα, που ο Μέγας Αντώνιος αγρυπνούσε στην προσευχή, ο διάβολος μάζεψε όλα τα λιοντάρια της ερήμου και με αυτά τον περικύκλωσε στο καλύβι του.

Βγήκε λοιπόν με θάρρος από την καλύβι του και μέσα στην νύχτα φώναξε δυνατά στα θηρία:

—Εάν επήρατε από τον Θεό εξουσία εναντίον μου, τότε προχωρείτε και κατασπαράξτε με! Εάν όμως σας έφερε εδώ με τη βία ο σατανάς, πάρτε δρόμο, φύγετε, είμαι δούλος του Χριστού!

Τότε τα λιοντάρια βουβά σκορπίσανε με ορμή, σα να τα κτύπησε ξαφνική καταιγίδα. Ο δε Άγιος συνέχισε την προσευχή του.

Διδάσκει και θαυματουργεί

Το όνομά του γίνεται πλέον παντού ξακουστό. Όλοι κάτι έχουν ακούσει, για τον μεγάλο και ασύγκριτο ασκητή της ερήμου. Όλοι έχουν ανάγκη ν’ ακούσουν κάτι από τον φωτισμένο άνδρα. Μοναχοί από μακρινά Μοναστήρια τον καλούνε για να τους διδάξει και να ωφεληθούν από την παρουσία του.

Εκείνος για να ωφελήσει τις ψυχές τους με ταπεινοφροσύνη, περνάει από Μοναστήρι σε Μοναστήρι. Τους διδάσκει την αγάπη, την καρτερικότητα και την πάλη με τη σάρκα.

«Φυλάττεσθε, ἔλεγε, ἀπό ρυπαρούς λογισμούς καί σαρκικᾶς ἠδονᾶς. Μή ἀπατάσθε χορτασία κοιλίας, φεύγετε τήν κενοδοξίαν καί συνεχῶς προσεύχεσθε».

Τα λόγια του θερμαίνουν τις καρδιές. Δυναμώνουν την πίστη, δίνουν ζωή και όρεξι, για θεία άσκηση, για αγώνες αρετής και αγιοσύνης.

Σ’ ένα από τα γυναικεία Μοναστήρια συνάντησε και την αδελφή του, η οποία γριά πλέον, είχε γίνει Καθηγουμένη του Μοναστηρίου. Μεγάλη χαρά πήρε από την συνάντηση εκείνη ο Άγιος.

Το όνομα του Όσιου, όπως είπαμε, ήτανε πλέον γνωστό, όχι μόνο στους χριστιανούς, αλλά και στους εθνικούς, τους ειδωλολάτρες, στους άρχοντες και βασιλιάδες. Μια μέρα επισκέφτηκε τον Άγιο ένας άρχοντας από το παλάτι του βασιλέως. Ο άρχοντας εκείνος λεγόταν Φρόντων. Έπασχε δε από μια φοβερή αρρώστια. Από την αρρώστια του εκείνη κινδύνευε να τυφλωθεί. Έπεσε λοιπόν στα πόδια του Άγιου και τον παρακαλούσε να τον γιατρέψει.

Ο Μέγας Αντώνιος, αφού του έκαμε μια προσευχή του είπε:

—Φύγε και στον δρόμο θα θεραπευτείς!

Εκείνος όμως δεν έφευγε. Περίμενε πρώτα να θεραπευτεί κι’ έπειτα ν’ αναχωρήσει.

Τότε ο Άγιος του επανέλαβε:

—Όσο καιρό κάθεσαι εδώ, δεν πρόκειται να γίνει τίποτε. Πήγαινε λοιπόν και μέχρις ότου φτάσεις στην Αίγυπτο θα γίνεις καλά!

Τότε πίστεψε ο άρρωστος στην υπόσχεση του Όσιου, πίστεψε όμως και στην δύναμη του Θεού κι’ έφυγε ευχαριστημένος.

 Πολεμάει την αίρεση του Αρειανισμού

Το 338 μ.Χ. ενώ βρίσκεται σε βαθειά γεράματα, η Ορθοδοξία του ζητάει την βοήθειά του. Οι Αρειανοί ταράζουν την γαλήνη της Εκκλησίας και προσπαθούν να παραποιήσουν την πίστη. Οι παρακλήσεις των επισκόπων και των μοναχών να πάρει μέρος σ’ αυτή την μάχη κατά του Αρειανισμού τον ξεσηκώνουν. Κατεβαίνει τότε από το βουνό ο Άγιος και προχωράει, σαν θεϊκός σίφουνας, προς την Αλεξάνδρεια. Εκεί πρωταγωνιστεί. Πολεμάει με ζωτικότητα την αίρεση. Αποκηρύσσει τους Αρειανούς και την αίρεση τους. Την ονομάζει πρόδρομο του Αντίχριστου.

Οι διψασμένοι Μοναχοί
Μια μέρα, λοιπόν, εκεί στο ασκητήριο είχανε συγκεντρωθεί αρκετοί επισκέπτες συζητούσανε, ο Άγιος σταμάτησε την συζήτηση και τους είπε:
—Πάρτε μια στάμνα, γεμίστε την νερό και τρέξτε πίσω από αυτούς τους μεγάλους λόφους. Εκεί βρίσκονται δύο μοναχοί, που θέλουν να έρθουν εδώ. Τους τελείωσε όμως το νερό και ο ένας πέθανε από την δίψα. Τρέξτε λοιπόν να προλάβετε τον άλλον, που κινδυνεύει. Οι καλόγεροι έτρεξαν στο μέρος που τους έδειξε ο Άγιος. Έφτασαν εκεί ύστερα από ώρες ολόκληρες πορείας. Είδαν δε τότε ότι συνέβαινε αυτό ακριβώς, που τους είχε προειπεί ο
Άγιος. Τα χάσανε τότε και δοξάσανε τον Θεό. Συνέφεραν έπειτα τον Μοναχό, που κινδύνευε να πεθάνει και γυρίσανε στο ερημητήριο του μεγάλου ασκητού σκεπτικοί.

Ο Μέγας Αντώνιος και ο Άγιος Ευλόγιος
Ο Άγιος Ευλόγιος έζησε στην Αλεξάνδρεια. Αυτός βρήκε κάποτε στον δρόμο ένα γέροντα λεπρό και εγκαταλελειμμένο. Δεν είχε κανένα να τον φροντίζει. Τον λυπήθηκε και σκέφθηκε να τον πάρει στο σπιτάκι του. Εκεί να το περιποιείται, για να το βρει η ψυχή του, όπερ και έπραξε. Ο Ευλόγιος εργαζόταν την ημέρα έξω, διά να μπορεί να εξοικονομεί τα προς το ζην και το βράδυ φρόντιζε τον γέροντα, με κίνδυνο, φυσικά της ζωής του, διότι η λέπρα είναι μεταδοτική.
Κατόπιν όμως μπήκε ο δαίμονας μέσα στον γέροντα και έβγαλε παραξενιές. Άρχισε ν’ αναποδιάζει, να νευριάζει και να φωνάζει.
—Μ’ αφήνεις εδώ μονάχον και συ γυρίζεις. Κάνεις τον Άγιο. Είσαι υποκριτής.
Δεν μπορούσε δε να τον ευχαριστήσει ο Ευλόγιος με τίποτε και να τον καταπραΰνει. Αυτή η αχαριστία και η αναποδιά του γέροντα διήρκεσε δέκα επτά χρόνια. Τότε ο Άγιος Ευλόγιος σκέφθηκε να τον παρατήσει και να τον διώξει. Σηκώθηκε και πήγε σ’ ένα Μοναστήρι, το όποιον θα επισκέφτηκε τότε ο Μέγας Αντώνιος, για να τον ερωτήσει. Δεν τον γνώριζε και για πρώτη φορά θα τον έβλεπε. Εκεί ήτανε και άλλοι πολλοί, που περιμένανε τον Άγιο Αντώνιο. Να ο Αντώνιος φάνηκε που ερχόταν. Σταμάτησε όμως και φώναξε τον Ευλόγιο μέσα από το πλήθος, τον όποιον, όπως είπαμε, δεν είχε δει ποτέ, ούτε και ο Ευλόγιος τον Αντώνιο.
—Ευλόγιε, του είπε, τί θέλεις εδώ εσύ; Τρέξε γρήγορα στην δουλειά σου, για να μην χάσης τον μισθό δεκαεφτά ετών.
Πράγματι! Ο Ευλόγιος γύρισε αμέσως στο σπιτάκι του και ξαναπεριποιείτο τον λεπρό γέροντα, όπως, και πριν. Αλλά σε τρεις ημέρες ο γέροντας απέθανε! Και στις σαράντα ημέρες του γέροντα απέθανε και ο Ευλόγιος!

Αύτη είναι η ψυχή του Αμμούν
Άλλη μια φορά, ενώ καθότανε ο Άγιος στο βουνό και συζητούσε με τους μαθητές του, είδε ξαφνικά μια ολόλευκη ψυχή ν’ ανεβαίνει στους ουρανούς. Την στιγμή δε εκείνη γινότανε μεγάλη χαρά. Πανηγυρίζανε οι Άγιοι Άγγελοι. Σηκώθηκε αμίλητος ο Αντώνιος και κοίταξε εκστατικά τον ουρανό. Μακάριζε δε την ψυχή εκείνη, που βάδιζε, για την αιωνία χαρά του ουρανού. Παρακαλούσε δε μυστικά τον Θεό να του φανερώσει σε ποιόν ανήκε η λυτρωμένη εκείνη ψυχή.
Τότε άκουσε μια φωνή από τον ουρανό, που του είπε!
—Αυτή είναι η ψυχή του Αμμούν.
Ο Αμμούν ήτανε ασκητής στην έρημο της Νιτρίας, η οποία βρισκότανε πολύ μακριά από τον Μέγα Αντώνιο.
Οι μαθητές του Όσιου Αντωνίου, μόλις τον είδανε έτσι να χαίρετε και να θαυμάζει, τον ρωτήσανε:
—Τί συμβαίνει; Βλέπεις τίποτε; Ακοής τίποτε; Και ο θειος ασκητής τους είπε:
—Την ώρα αυτή πέθανε ο Αμμούν, ο συνασκητής και φίλος μου!
Οι μαθητές του τα χάσανε. Σημειώσανε όμως την ημέρα αυτή και την ώρα, που είδε ο Άγιος ξυπνητός το δράμα.
Ύστερα από τριάντα μέρες έφτασαν στο ερημητήριο του Αγίου μερικοί Μοναχοί από την Νιτρία και ανέφεραν την ημέρα και την ώρα του θανάτου του ασκητού Άμμουν.
Κατάλαβαν τότε όλοι, ότι ο Αμμούν είχε πεθάνει την ημέρα, που ο Άγιος Αντώνιος έβλεπε την ψυχή του ολόλευκη ν’ ανεβαίνει στον ουρανό. Και όλοι, όσοι μαθαίνανε αυτά χαιρότανε και θαυμάζανε τον μεγάλο ασκητή της ερήμου Αντώνιο.

Διώχνει τα δαιμόνια
Με το πέρασμα των χρόνων, οι δαίμονες εξακολουθούν να πειράζουνε τον Άγιο, αλλά δεν ελπίζουν πλέον να τον νικήσουν. Αντίθετα αρχίζουν τώρα και τον φοβούνται. Η προσευχή του είναι πανίσχυρη, διότι η πίστης του είναι μεγάλη και η ψυχή του αγνή.
Μια μέρα, που ο Άγιος περνούσε το ποτάμι μ’ ένα πλοιάριο, διότι ήθελε να επισκεφτεί τα Μοναστήρια, του ήρθε στη μύτη μια βρωμερή οσμή.
—Κάτι βρωμάει φοβερά! είπε ο Μέγας Αντώνιος.
—Μήπως κανένα ψάρι; τον ρωτήσανε.
—Όχι. Άλλη δυσωδία νοιώθω..
Εκείνη την στιγμή ακούστηκε από τ’ αμπάρι του πλοίου μια φοβερή κραυγή νέου, που είχε μέσα του δαιμόνιο και τον βασάνιζε. Τότε ο Άγιος έκανε θερμή προσευχή στο Θεό και απάλλαξε τον νέον από το μαρτύριο του διαβόλου. Τον άφησε ήσυχο, ήρεμο, γαλήνιο και υγιή να συνέχιση την εργασία του και την ζωή του, όπως όλοι οι άνθρωποι. Όλοι τότε καταλάβανε, ότι η βρωμιά εκείνη δεν ήτανε τίποτε άλλο, παρά ο βρωμερός και απαίσιος δαίμονας, που βασάνιζε τον νέο.
Σ’ έναν άλλο πάλι νέο ο διάβολος του έκανε φοβερά μαρτύρια. Τον καταντούσε έτσι, ώστε να τρώγει τις σάρκες του. Τον βασάνιζε πολύ σκληρά. Οι γονείς του απελπισμένοι τον έφεραν στον Μέγα Αντώνιο.
Ο Άγιος λυπήθηκε τον νέο και είπε στους γονείς του ότι θα αγρυπνήσει και θα προσευχηθεί γι’ αυτόν, αλλά μαζί του πρέπει ν’ αγρυπνήσουν και να προσευχηθούν κι’ εκείνοι.
Πράγματι κάνανε μια προσευχή πολύ κατανυκτική. Κατά τα ξημερώματα όμως αγρίεψε ο άρρωστος. Όρμησε με οργή εναντίον του Άγιου και τον έριξε κάτω. Πικράθηκαν από την διαγωγή του παιδιού των οι δυστυχισμένοι γονείς.
Ο πολύπαθος όμως, από τα τεχνάσματα του διαβόλου ασκητής, τους είπε:
—Μην λέτε τίποτε εναντίον του παιδιού. Δεν φταίει αυτό, αλλά ο δαίμονας, που οργίστηκε διότι πήρε εντολή από τον Θεό να βγει από μέσα του και να τον αφήσει ελεύθερο.
Αυτό είναι το σημάδι, ότι βγήκε το δαιμόνιο. Δοξάστε τον Θεό…
Και πράγματι το παιδί ημερωμένο έπειτα, σηκώθηκε και φιλούσε ευτυχισμένο τα χέρια του Μεγάλου Αντωνίου. Το δαιμόνιο έφυγε.

 Δίνει Λύσεις
Ο Άγιος έδινε λύσεις σε σοβαρά προβλήματα πολλών μεγάλων ανδρών, όταν του ζητούσαν την συμβουλή του. Και δεν ήτανε λίγοι εκείνοι, που του έγραφαν…
Τις απαντήσεις βέβαια δεν τις έγραφε μόνος του, γιατί δεν ήξερε, όπως είπαμε γράμματα.
Έλεγε όμως σε κάποιον άλλο ασκητή, που ήξερε να γράφει, λέξη προς λέξη την απάντηση ή την συμβουλή και εκείνος την έγραφε.
Τα γράμματά του γραφτήκανε όλα στην κοπτική γλώσσα. Αυτή τη γλώσσα ήξερε ο Άγιος. Έπειτα δε γίνανε και μεταφράσεις τους στην Ελληνική.

Ωφέλιμος συνομιλητής
Πολλές φορές, που τον ρωτούσανε, πώς μπορεί να ζει, χωρίς να διαβάζει βιβλία, τους απαντούσε με ευστροφία:
— Το δικό μου βιβλίο είναι η φύσις των γεγονότων. Είναι η Δημιουργία του μεγαλοδύναμου Θεού!
Άλλοτε πάλι θέλοντας να παρηγορήσει ένα τυφλό μοναχό, Δίδυμο ονομαζόμενο, του έλεγε:
—Δίδυμε, διόλου να μην ταράσσεσαι, διότι έχασες τους αισθητούς οφθαλμούς σου. Αντιθέτως να χαίρεσαι, διότι έχεις ανοιχτό τα μάτια της ψυχής, με τα όποια βλέπεις τον Θεό και καταλαβαίνεις το φως των λόγων Του.
Όπου περνάει αφήνει τον πλούτο της ψυχικής του ευφορίας ν’ ακτινοβολήσει. Ποτέ δεν ταράζεται. Ποτέ δεν σκυθρωπιάζει. Είναι πάντα γαλήνιος. Μα σαν πρόκειται να παλέψει για την πίστη και να πολεμήσει τις αιρέσεις, φουντώνει και θεριεύει. Γίνεται αθλητής της πίστεως. Γίνεται δύναμης φοβερή και τρομερή, που γκρεμίζει τις πλάνες των αιρετικών.

«Ἀντώνιος σᾶς ἀποχαιρετᾶ….»
Τώρα ο Άγιος είναι πλέον πολύ γέροντας. Είναι 105 χρονών. Μέχρι τώρα τίποτε δεν ένοιωσε στο κορμί του. Ποτέ του δεν αισθάνθηκε πόνο ή πυρετό ή δυσθυμία. Σε όλη του την ζωή πετούσε ανάλαφρα. Οι μπόρες, τα άγρια κρύα και οι μεγάλες ζέστες δεν τον πειράζανε. Ως τα βαθιά του γεράματα έμεινε ακμαίος και στο σώμα και στην ψυχή. Και όταν ήρθε ο χρόνος να αποχωριστεί η ψυχή από το βασανισμένο κορμί του, το προαισθάνθηκε. Και τις τελευταίες αυτές μέρες της ζωής του θέλησε να τις εκμεταλλευτή, για το καλό των μαθητών του. Παρά τα γεράματά του επισκέφτηκε πολλά μοναστήρια κι’ έδωσε τις τελευταίες του οδηγίες. Τους είπε πώς ν’ αγωνίζονται κατά του διαβόλου και ν’ αποφεύγουν τους αιρετικούς.
Οι μοναχοί του έλεγαν να μην γυρίσει πίσω στην έρημο, στο ησυχαστήριο του, αλλά να μείνει κοντά τους. Ο Άγιος όμως επέστρεψε στην έρημο. Ζήτησε δε να μην μουμιοποίησουν το σώμα του, όπως συνηθίζανε οι Αιγύπτιοι, αλλά να ταφή εκεί κοντά στην έρημο, σε σημείο που να μην το ξέρει κανένας. Δεν ήθελε μεταθανάτιες τιμές.
Λίγο προτού κλείσει τα μάτια του, λέγει στους μοναχούς, που βρίσκονται κοντά του, ότι αφήνει την μηλωτή, τον μανδύα του, για τον Μέγα Αθανάσιο, ο όποιος του τον είχε χαρίσει κάποτε καινούργιο. Κατόπιν ο Μ. Αθανάσιος τον φορούσε πάντοτε ως φυλαχτό. Τους προβάτινους χιτώνες τους, τους άφησε στο μοναχό Σεραπίωνα.
Έπειτα, αφού τους κοίταξε κατάματα τους είπε:
Ο Αντώνιος σας αποχαιρετά και φεύγει. Και με τα λόγια αυτά παρέδωσε την αμόλυντη ψυχή του στον Θεό.
Τον έθαψαν κατά την επιθυμία του, σε άγνωστο μέρος. Ο τάφος του έμεινε, πράγματι, άγνωστος. Ουδείς ξέρει, που ετάφη.
Ήταν 17 Ιανουαρίου 356 μ.Χ. Έζησε 105 χρόνια.

 Στίχος
Ἔχει τι μεῖζον οὐρανὸς καὶ τῶν Νόων, Ἔξαρχον Ἀντώνιον Ἀσκητῶν ἔχων. Ἑβδομάτῃ δεκάτῃ Ἀντώνιον ἔνθεν ἄειραν.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος δ΄.
Τόν ζηλωτήν Ἠλίαν τοῖς τρόποις μιμούμενος’ τῷ Βαπτιστή εὐθείαις ταῖς τρίβοις ἑπόμενος πάτερ Ἀντώνιε, τῆς ἐρήμου γέγονας οἰκιστής, καί τήν οἰκουμένη ἐστήριξας εὐχαίς σου.
Διό πρέσβευε Χριστῷ τῷ θεῶ, σωθίναι τός ψυχᾶς ἠμῶν.

Κοντάκιον Ἦχος β΄. Τά ἄνω ζητῶν.
Τούς βιοτικούς, θορύβους ἀπωσάμενος ἠσυχαστικῶς, τόν βίον ἐξετέλεσας τόν Βαπτιστήν μιμούμενος κατά πάντα τρόπον, ὀσιώτατε. Σύν αὔτω οὔν σέ γεραίρομεν
Ἀντώνιε πάτερ τῶν πατέρων κρηπίς.

Μεγαλυνάρια
Τοῦ τῶν μοναζόντων ὑπογραμμόν, καί τόν τῆς ἐρήμου, πολιοῦχον καί οἰκιστήν στήλην σωφροσύνης, ὁσίων τέ τό κλέος, Ἀντώνιον τόν Μέγαν, ἀνευφημήσωμεν.
Τόν τῆς μετονοίας κοθηγητήν καί τῆς ἐρήμου πολιοῦχον καί οἰκιστήν τοῦ πύρινον στύλον τόν λύχνον τοῦ Ἡλίου, Ἀντώνιον τόν Μέγαν ὕμνοις τιμήσωμεν.
Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ ἀρχηγός, καὶ τῆς ἰσαγγέλου, πολιτείας καθηγητής· χαίροις τῆς ἐρήμου, στυλοειδὴς νεφέλη, Ἀντώνιε παμμάκαρ, Πατέρων καύχημα.

Από το http://xristianos.gr/forum/viewtopic.php?f=11&t=131

Όσιος Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης

Η μνήμη του εορτάζεται στις 11 Ιανουαρίου

theodosios

Ο Όσιος Θεοδόσιος καταγόταν από την κωμόπολη της Μωγαρισσού, η οποία ανήκε στην επαρχία της Καππαδοκίας. Έζησε κατά τους χρόνους του Λέοντος του Θρακός και έφτασε έως και τους χρόνους του αυτοκράτορα Αναστασίου (491 – 518 μ.Χ.).

 Ο πατέρας του ονομαζόταν Προαιρέσιος και η μητέρα του Ευλογία. Ήταν καί οι δυο ευσεβείς και πιστοί άνθρωποι. Ο Θεοδόσιος όμως, από θείο ζήλο, δεν ακολούθησε την έγγαμο ζωή, αλλά το μοναχικό βίο. Γι’ αυτό έφυγε από την πατρίδα του και πήγε στα Ιεροσόλυμα να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους. Στη συνέχεια μετέβη στην Αντιόχεια, όπου επισκέφθηκε τον Άγιο Συμεών τον Στυλίτη, ο οποίος τον εμύησε στα της μοναχικής πολιτείας και της αρετής και του προείπε ότι θα γίνει ποιμένας πολλών λογικών προβάτων. Ασκήτεψε κοντά στο θαυμαστό και ενάρετο ασκητή, πού ονομαζόταν Λογγίνος, με τον οποίο μαζί μελετούσε, συζητούσε και προσευχόταν και του οποίου σπούδαζε την πνευματική διαύγεια και τη μεγάλη ταπεινοφροσύνη.

 Ο Όσιος Θεοδόσιος από την προσευχή και την άσκηση, έφθασε σε τόσο ύψος ηθικής τελειότητας, ώστε να επιτελεί, με την χάρη του Θεού, θαύματα. Ο Άγιος είχε κατασκευάσει έναν τάφο για τον εαυτό του, ώστε βλέποντάς τον να ενθυμείται το θάνατο. Τον τάφο αυτόν εγκαινίασε με τον θάνατό του ένας Άγιος ασκητής, ονόματι Βασίλειος. Τον ασκητή λοιπόν αυτόν, ενώ είχε πεθάνει, μόνο ο Θεοδόσιος και ένας άλλος μοναχός τον έβλεπαν να στέκεται ανάμεσα στους άλλους μοναχούς και να συμψάλλει. Στους υπόλοιπους μοναχούς ο Βασίλειος ήταν αθέατος. Ένα άλλο θαύμα του Αγίου, είναι το ότι σε έναν τόπο στον οποίο πρόκειται να ιδρύσει μοναστήρι, άναψε σβησμένα κάρβουνα, χωρίς να έχει φωτιά.

 Αλλά και το προορατικό χάρισμα είχε λάβει από τον Θεό ο Άγιος. Έτσι προείπε την καταστροφή πού θα γινόταν στην Αντιόχεια από μεγάλο σεισμό.

 Ο Όσιος Θεοδόσιος υπήρξε και καθηγητής πολλών μοναχών στην ασκητική ζωή. Δεν άργησε έτσι πλησίον του να σχηματισθεί κοινοβιακή ζωή πού τον είχε ως κέντρο και οδηγό. Ο υπερβολικός αριθμός των μοναχών πού συγκεντρώθηκαν κοντά του, τον έκανε να σκεφθεί πού θα ήταν προτιμότερο να ιδρύσουν κοινοβιακό μοναστήρι. Μετά από προσευχή και σκέψη εξέλεξαν ερημικό τόπο, πέραν της Νεκράς Θάλασσας, η οποία απέχει από τα Ιεροσόλυμα αρκετές ώρες. Εκεί το μέγα πλήθος της αδελφότητας, έκτισε σε λίγο χρόνο μονή με εκκλησία και νοσοκομεία, καθόσον η φήμη του Οσίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου έφερε εκεί πλήθη πού ζητούσαν την συμβουλή του, την ευλογία του η την υλική του βοήθεια. Εκείνος τους δεχόταν πατρικά πάντοτε, τους καθοδηγούσε, τους ενθάρρυνε ή τους παρακαλούσε, σαν να ήταν αυτός πού έπασχε και είχε ανάγκη της ιατρείας. Στις ώρες του μεσονυκτίου ανέτεινε τα χέρια του στον ουρανό και ζητούσε ενίσχυση και χάρη και άφεση για ανθρώπους, προς τους οποίους προ ολίγων ωρών ήταν εντελώς άγνωστος.

P1010052

 Η Μονή του Οσίου Θεοδοσίου στην Παλαιστίνη

Ο Όσιος Θεοδόσιος, αφού έφθασε σε βαθύτατο γήρας, κοιμήθηκε με ειρήνη. Η είδηση της κοιμήσεώς του διαδόθηκε σαν αστραπή. Και έτρεξαν πολλοί, λαϊκοί, κληρικοί και μοναχοί, ακόμη και Επίσκοποι, για να ασπαστούν το ιερό λείψανο του Αγίου ανδρός, πού στάθηκε για όλους φιλόστοργος πατέρας και προστατευτικός αδελφός. Και αυτός ακόμη ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων προσήλθε να ασπασθεί και να παραστεί στην εξόδιο Ακολουθία. Μεγάλη δε υπήρξε η συγκίνησή του, όταν βρέθηκε ενώπιον του ιερού σκηνώματος του Οσίου. Η σύναξή του ετελείτο στο σεπτό Αποστολείο του Αγίου Αποστόλου Πέτρου, πού ήταν κοντά στην Αγία Σοφία.

Απολυτίκιον. Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.

 Αρεταίς θεοσδότοις εκλάμψας Όσιε, Μοναστικής πολιτείας ώφθης λαμπρός χαρακτήρ, και φωστήρ θεοειδής Πάτερ και έξαρχος, Θεοδόσιε σοφέ, των Αγγέλων μιμητά, θεράπων ο της Τριάδος• ην εκδυσώπει απαύστως,ελεηθήναι τάς ψυχάς ημών.

Κοντάκιον. Ήχος πλ. δ’. Τη υπερμάχω.

 Πεφυτευμένος εν αυλαίς ταίς του Κυρίου σου

 Τάς σάς οσίας αρετάς τερπνώς εξήνθησας

 Και επλήθυνας τα τέκνα σου εν ερήμω,

 Των δακρύων σου τοίς όμβροις αρδευόμενα,

 Αγελάρχα των Θεού θείων επαύλεων•

 Όθεν κράζομεν, χαίροις Πάτερ Θεοδόσιε.

Μεγαλυνάριον.

 Δόσιν θεοδώρητον ειληφώς, δόσεσιν οσίαις, τάς χορείας των Μοναστών, ιερώς ρυθμίσας, δοτούς Θεώ προσήξας, τους σοί εφαπομένους, ω Θεοδόσιε.

Από το http://vatopaidi.wordpress.com/

Τα Άγια Θεοφάνεια

Agia_Theofaneia_08

Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε, η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις, του γαρ Γεννήτορoς η φωνή προσεμαρτύρει σοι, αγαπητόν σε Υιόν ονομάζουσα και το Πνεύμα εν είδει περιστεράς, εβεβαίου του λόγου το ασφαλές. Ο επιφανείς Χριστέ ο Θεός, και τον κόσμον φωτίσας δόξα σοι. Η Βάπτιση του Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο λέγεται και επιφάνεια. Η λέξη Θεοφάνεια προέρχεται από το αποστολικό χωρίο «Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκηρύχθη εν έθνεσιν, επιστεύθη εν κόσμω, ανελήφθη εν δόξη», και σχετίζεται περισσότερο με την Γέννηση του Χριστού. Η λέξη επιφάνεια προέρχεται από το αποστολικό χωρίο «επεφάνη η Χάρις του Θεού η σωτήριος πάσιν ανθρώποις» και αναφέρεται περισσότερο στην Βάπτιση του Χριστού, γιατί τότε οι άνθρωποι γνώρισαν την χάρη της Θεότητας.

Με την εμφάνιση της Αγίας Τριάδος και την ομολογία του Τιμίου Προδρόμου έχουμε την επίσημη ομολογία ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού είναι ο «είς της Τριάδος», ο οποίος ενανθρώπησε για την σωτηρία του ανθρωπίνου γένους από την αμαρτία τον διάβολο και τον θάνατο. Είναι γνωστό ότι στην αρχαία Εκκλησία την ίδια μέρα, 6 Ιανουαρίου, γιόρταζαν μαζί την εορτή των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων. Οι γιορτές αυτές χωρίστηκαν κατά τον 4ο αιώνα, οπότε τα Χριστούγεννα μεταφέρθηκαν στις 25 Δεκεμβρίου, την ημέρα που οι Εθνικοί γιόρταζαν τον Θεό Ήλιο και οι χριστιανοί τον νοητό Ήλιο της δικαιοσύνης. Η ημέρα των Θεοφανείων λέγεται όμως και ημέρα των φώτων λόγω του βαπτίσματος και του φωτισμού των κατηχουμένων. Αφού ο Υιός και Λόγος του Θεού ενδύθηκε τον παλαιό Αδάμ, δηλαδή έγινε άνθρωπος και αφού εκτέλεσε όλα τα επιβαλλόμενα από τον ιουδαϊκό Νόμο, πήγε στον Ιωάννη, για να βαπτισθεί. Όχι γιατί ο Ίδιος το είχε ανάγκη, αλλά για να ξεπλύνει την ανθρώπινη φύση από την ντροπή της αμαρτίας του Αδάμ και να ενδύσει τη γυμνότητά της με την πρώτη στολή που αστραποβολά τη Θεϊκή λάμψη.

Ο Ιωάννης κήρυττε το βάπτισμα της μετάνοιας και έτρεχε προς αυτόν ολόκληρη η Ιουδαία. Ο Κύριος κηρύττει το βάπτισμα της υιοθεσίας και ποιος από αυτούς που έχουν ελπίσει σε Αυτόν δεν θα υπακούσει; Το βάπτισμα εκείνο (του Ιωάννου) ήταν η εισαγωγή, το βάπτισμα αυτό (του Κυρίου) είναι το τελειωτικό. Εκείνο ήταν η αποχώρηση από την αμαρτία, αυτό είναι η οικείωση με τον Θεό. Με τη βάπτισή Του από τον Ιωάννη, ο Χριστός έδωσε ένα τέλος και στο τυπικό αυτό βάπτισμα, όπως τρώγοντας για τελευταία φορά το Ιουδαϊκό Πάσχα το κατάργησε και εγκαινίασε το Πάσχα της Καινής Διαθήκης.Είναι γνωστό πώς ο Χριστός δεν είχε ανάγκη βαπτίσματος, αφού το βάπτισμα του Ιωάννου οδηγούσε τους ανθρώπους στην συναίσθηση των αμαρτιών τους. Ο Χριστός, γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, δεν βαπτίστηκε επειδή είχε ανάγκη κάθαρσης, «αλλά την εμήν οικειούμενος κάθαρσιν». Ο Χριστός βαπτίστηκε για να συντρίψει τις κεφαλές των δρακόντων στο νερό, επειδή υπήρχε η αντίληψη ότι οι δαίμονες κατοικούν μέσα στο νερό. Γι’ αυτό και παρατηρούμε στην εικόνα της βάπτισης τέρατα μέσα στο νερό που έχουν στραμμένα τα νώτα τους στον Χριστό λόγω του πυρός της θεότητος. Ο Χριστός βαπτίστηκε για να πλύνει την αμαρτία και να θάψει ολόκληρο τον παλαιό Αδάμ μέσα στο νερό.

Πολλές εικόνες της βαπτίσεως σε συνδυασμό και με την υμνογραφία της εορτής παρουσιάζουν τον Χριστό τελείως γυμνό, υποδηλώνοντας έτσι πόσο ο Χριστός ταπείνωσε τον εαυτό του για χάρη των ανθρώπων. Γυμνώθηκε εκείνος για να ντύσει τον άνθρωπο με ένδυμα αφθαρσίας. Κατά την βάπτιση του Κυρίου φάνηκε ο Υιός Θεός, αλλά αποκαλύφθηκε και η Αγία Τριάδα, όπως χαρακτηριστικά ψάλλει και ο υμνωδός στο απολυτίκιο της εορτής: «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε, η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις». Ο Υιός βαπτιζόταν, του Πατρός η φωνή ακουγόταν και το Άγιο Πνεύμα κατερχόταν «εν είδει περιστεράς». Έτσι ο Χριστός έγινε πρωτότοκος όλων εκείνων που αναγεννιούνται πνευματικά και ονομάζει αδελφούς όσους συμμετέχουν στην όμοια με Αυτόν γέννηση δι’ ύδατος και Πνεύματος.

Μόλις ο Χριστός βαπτίσθηκε, αγίασε όλη την φύση των υδάτων και έθαψε μέσα στα ρείθρα του Ιορδάνου, κάθε αμαρτία των ανθρώπων. Έτσι λοιπόν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ανακαίνισε και ανέπλασε τον παλαιωθέντα από την αμαρτία άνθρωπο και του χάρισε την ουράνια Βασιλεία.

Αυτή η ενότητα ουρανού και γης, φανερώθηκε κατά την βάπτιση του Χριστού με το άνοιγμα των ουρανών. Ο κατερχόμενος στον Ιορδάνη Θεάνθρωπος συντρίβει τις κεφαλές των αοράτων δρακόντων και ελευθερώνει το ανθρώπινο γένος από την εξουσία τους. Με τη βάπτισή Του στον Ιορδάνη, ο Χριστός μας εξάγει από τη σκιά του νόμου και μας εισάγει στην καινή Χάρη. Ο Απόστολος Παύλος ομιλεί για την επιφάνεια της δόξας του Θεού. Αλλού τονίζει ότι διά Χριστού «επεφάνη η χάρις του Θεού η σωτήριος πάσιν ανθρώποις». Πολλά στοιχεία παίρνουμε από το βιβλίο του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου «Οι Δεσποτικές Εορτές». Η φανέρωση του Τριαδικού Θεού στον άνθρωπο δείχνει εκτός των άλλων ότι μόνο ο άνθρωπος είναι επίγειος μύστης και προσκυνητής της Αγίας Τριάδος, αλλά και ότι είναι ο μόνος κατ’ εικόνα του Τριαδικού Θεού δημιουργημένος. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς διδάσκει ότι τα ζώα δεν έχουν νου και λόγο αλλά μόνο πνεύμα ζωτικό, το οποίο πνεύμα δεν υφίσταται καθ’ εαυτό, πράγμα που σημαίνει ότι όταν πεθαίνουν τα ζώα χάνεται και το πνεύμα, αφού δεν έχει ουσία αλλά μόνο ενέργεια. Ο άνθρωπος όμως έχει νου λόγο και πνεύμα που ζωοποιεί συνημμένο σώμα γι’ αυτό και αυτός μόνο είναι κατ’ εικόνα της τρισυπόστατου θεότητος. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ερμηνεύοντας την φράση «εν ω ευδόκησα» γράφει πώς το θέλημα του Θεού είναι ένα, αλλά άλλοτε ενεργεί κατ’ ευδοκία, αφού το θέλει ο Θεός και άλλοτε κατά παραχώρηση. Ο Θεός είδε ότι θα γινόταν η πτώση του ανθρώπου, δεν τον έπλασε γι’ αυτήν αλλά τελικά την παραχώρησε, γιατί το θέλησε ο ίδιος ο άνθρωπος. Ο Θεός δεν καταργεί την ελευθερία του ανθρώπου. Έτσι άλλο το κατ’ ευδοκίαν θέλημα του Θεού και άλλο το κατά παραχώρηση. Μ’ αυτό το σκεπτικό η επιβεβαίωση του Πατρός «ούτός εστίν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα» έδειχνε ότι η ενανθρώπηση ήταν το κατ’ ευδοκία θέλημα του Θεού.

Η μαρτυρία του Θεού Πατέρα για τον Υιό του φανερώνει ότι ο Υιός είναι «απαύγασμα της δόξης του Πατρός», αφού κοινή είναι η ουσία και η ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Η εμφάνιση τώρα του Αγίου Πνεύματος «σαν περιστέρι» μας δείχνει ότι το Άγιο Πνεύμα δεν ήταν περιστέρι, αλλά φάνηκε σαν περιστέρι και αυτό λέγεται διότι το Άγιο Πνεύμα δεν είναι κτιστό αλλά άκτιστο όπως και τα άλλα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Το ότι το Άγιο Πνεύμα μαζί με την φωνή του Πατρός κάθισε πάνω στον Χριστό δείχνει το ομοούσιο των προσώπων της Αγίας Τριάδος, καθώς επίσης φανερώνει ότι ο Μεσσίας δεν ήταν ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, αλλά ο Χριστός.

Στην επιφάνεια των ψευδών θεών η Εκκλησία αντέταξε την επιφάνεια του Αληθινού Θεού και Βασιλέως Χριστού, την αληθινή Θεοφάνεια. «Γη Ζαβουλών και γη Νεφθαλείμ, οδόν θαλάσσης πέραν του Ιορδάνου, Γαλιλαία των εθνών, ο λαός ο καθήμενος εν σκότει και σκιά θανάτου, φως ανέτειλεν αυτοίς». Με αυτή την προφητεία του Ησαΐου, ο Ευαγγελιστής Ματθαίος αρχίζει να ομιλεί για την έναρξη της δημόσιας δράσεως του Κυρίου, της επιφανείας Του μεταξύ του λαού.

Ας είναι ο επιφανείς Κύριός μας Φως σε κάθε βήμα της ζωής μας! αμήν

Του Ιερομόναχου π. Μελέτιου Ρασνταν

από το http://www.orthodoxia.gr

* Ο Ιερομόναχος π. Μελέτιος Ρασντάν είναι Πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, μεταπτυχιακός φοιτητής της ιδίας Σχολής και εφημέριος του Ιερού ενοριακού Ναού Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Πύλης Θηβών.

Γιάννης ο ευλογημένος

giannisoevlogimenos

Φώτης Κόντογλου

 «Διηγήματα τῶν Χριστουγέννων», Ἐκδόσεις Ἁρμός

O Ἅγιος Βασίλης, σὰν περάσανε τὰ Χριστούγεννα, πῆρε τὸ ραβδί του καὶ γύρισε σ᾿ ὅλα τὰ χωριά, νὰ δεῖ ποιὸς θὰ τόνε γιορτάσει μὲ καθαρὴ καρδιά. Πέρασε ἀπὸ λογιῶν-λογιῶν πολιτεῖες κι ἀπὸ κεφαλοχώρια, μὰ σ᾿ ὅποια πόρτα κι ἂν χτύπησε δὲν τ᾿ ἀνοίξανε, ἐπειδὴ τὸν πήρανε γιὰ διακονιάρη. Κ᾿ ἔφευγε πικραμένος, γιατὶ ὁ ἴδιος δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, μὰ ἔνοιωθε τὸ πόσο θὰ πονοῦσε ἡ καρδιὰ κανενὸς φτωχοῦ ἀπὸ τὴν ἀπονιὰ ποὺ τοῦ δείξανε κεῖνοι οἱ ἄνθρωποι.

Μιὰ μέρα ἔφευγε ἀπὸ ἕνα τέτοιο ἄσπλαχνο χωριό, καὶ πέρασε ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο, κ᾿ εἶδε τὰ κιβούρια πὼς ἤτανε ρημαγμένα, οἱ ταφόπετρες σπασμένες κι ἀναποδογυρισμένες,καὶ τὰ νιόσκαφτα μνήματα εἴτανε σκαλισμένα ἀπὸ τὰ τσακάλια. Σὰν ἅγιος ποὺ εἴτανε ἄκουσε πὼς μιλούσανε οἱ πεθαμένοι καὶ λέγανε: «Τὸν καιρὸ ποὺ εἴμαστε στὸν ἀπάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι ἀφήσαμε πίσω μας παιδιὰ κ᾿ ἐγγόνια νὰ μᾶς ἀνάβουνε κανένα κερί, νὰ μᾶς καίγουνε λίγο λιβάνι μὰ δὲν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπᾶ στὸ κεφάλι μας νὰ μᾶς διαβάσει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρὰ σὰν νὰ μὴν ἀφήσαμε πίσω μας κανέναν». Κι ὁ ἅγιος Βασίλης πάλι στενοχωρήθηκε κ᾿ εἶπε: «Τοῦτοι οἱ χωριάτες οὔτε σὲ ζωντανὸ δὲ δίνουνε βοήθεια, οὔτε σὲ πεθαμένον», καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο, καὶ περπατοῦσε ὁλομόναχος μέσα στὰ παγωμένα χιόνια.

Παραμονὴ τῆς πρωτοχρονιᾶς ἔφταξε σὲ κάτι χωριὰ ποὺ εἴτανε τὰ πιὸ φτωχὰ ἀνάμεσα στὰ φτωχοχώρια, στὰ μέρη τῆς Ἑλλάδας. Ὁ παγωμένος ἀγέρας βογκοῦσε ἀνάμεσα στὰ χαμόδεντρα καὶ στὰ βράχια, ψυχὴ ζωντανὴ δὲν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Εἶδε μπροστά του μιὰ ραχούλα, κι ἀπὸ κάτω της εἴτανε μιὰ στρούγκα τρυπωμένη. Ὁ ἅγιος Βασίλης μπῆκε στὴ στάνη καὶ χτύπησε μὲ τὸ ραβδί του τὴν πόρτα τῆς καλύβας καὶ φώναξε: «Ἐλεῆστε με, τὸν φτωχό, γιὰ τὴν ψυχὴ τῶν ἀποθαμένων σας κι ὁ Χριστός μας διακόνεψε σὲ τοῦτον τὸν κόσμο!». Τὰ σκυλιὰ ξυπνήσανε καὶ χυθήκανε ἀπάνω του, μὰ σὰν πήγανε κοντά του καὶ τὸν μυριστήκανε, πιάσανε καὶ κουνούσανε τὶς οὐρές τους καὶ πλαγιάζανε στὰ ποδάρια του καὶ γρούζανε παρακαλεστικὰ καὶ χαρούμενα. Ἀπάνω σ᾿ αὐτά, ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ βγῆκε ἕνας τσοπάνης, ὡς εἰκοσιπέντε χρονῶν παλληκάρι, μὲ μαῦρα στριφτὰ γένεια, ὁ Γιάννης ὁ Μπαρμπάκος, ἄνθρωπος ἀθῶος κι ἀπελέκητος, προβατάνθρωπος, καὶ πρὶν νὰ καλοϊδεῖ ποιὸς χτύπησε, εἶπε: «Ἔλα, ἔλα μέσα. Καλὴ μέρα, καλὴ χρονιά!».

Μέσα στὸ καλύβι ἔφεγγε ἕνα λυχνάρι, κρεμασμένο ἀπὸ πάνω ἀπὸ μία κούνια, ποὺ εἴτανε δεμένη σὲ δυὸ παλούκια. Δίπλα στὸ τζάκι εἴτανε τὰ στρωσίδια τους καὶ κοιμότανε ἡ γυναίκα τοῦ Γιάννη. αὐτός, σὰν ἐμπῆκε μέσα ὁ ἅγιος Βασίλης, κ᾿ εἶδε πὼς εἴτανε γέρος σεβάσμιος, πῆρε τὸ χέρι του καὶ τ᾿ ἀνεσπάσθηκε κ᾿ εἶπε: «Νά ῾χω τὴν εὐχή σου, γέροντα», καὶ τό ῾λεγε σὰν νὰ τὸν γνώριζε κι ἀπὸ πρωτύτερα, σὰ νά ῾τανε πατέρας του. Καὶ κεῖνος τοῦ εἶπε: «Βλογημένος νά ῾σαι, ἐσὺ κι ὅλο τὸ σπιτικό σου, καὶ τὰ πρόβατά σου ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ νά ῾ναι ἀπάνω σας!». Σηκώθηκε κ᾿ ἡ γυναίκα καὶ πῆγε καὶ προσκύνησε καὶ κείνη τὸν γέροντα καὶ φίλησε τὸ χέρι του καὶ τὴ βλόγησε. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης εἴτανε σὰν καλόγερος ζητιάνος, μὲ μιὰ σκούφια παλιὰ στὸ κεφάλί του, καὶ τὰ ράσα του εἴτανε τριμμένα καὶ μπαλωμένα καὶ τὰ τσαρούχια του τρύπια, κ᾿ εἶχε κ᾿ ἕνα παλιοτάγαρο ἀδειανό. Ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος ἔβαλε ξύλα στὸ τζάκι. Καὶ παρευθύς, φεγγοβόλησε τὸ καλύβι καὶ φάνηκε σὰν παλάτι. Καὶ φανήκανε τὰ δοκάρια, σὰ νά ῾τανε μαλαμοκαπνισμένα, κ᾿ οἱ πητιὲς ποὺ εἴτανε κρεμασμένες φανήκανε σὰν καντήλια, κ᾿ οἱ καρδάρες καὶ τὰ τυροβόλια καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ σύνεργα ποὺ τυροκομοῦσε ὁ Γιάννης, γινήκανε σὰν ἀσημένια, καὶ σὰν πλουμισμένα μὲ διαμαντόπετρες φανήκανε, καὶ τ᾿ ἄλλα, τὰ φτωχὰ τὰ πράγματα πού ῾χε μέσα στὸ καλύβι του ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος. Καὶ τὰ ξύλα ποὺ καιγόντανε στὸ τζάκι τρίζανε καὶ λαλούσανε σὰν τὰ πουλιὰ ποὺ λαλοῦνε στὸν παράδεισο, καὶ βγάζανε κάποια εὐωδιὰ πάντερπνη. Τὸν ἅγιο Βασίλη τὸν βάλανε κ᾿ ἔκατσε κοντὰ στὴ φωτιὰ κ᾿ ἡ γυναίκα τοῦ ῾θεσε μαξιλάρια νὰ ἀκουμπήσει. Κι ὁ γέροντας ξεπέρασε τὸ ταγάρι του ἀπὸ τὸ λαιμό του καὶ τό ῾βαλε κοντά του, κ᾿ ἔβγαλε καὶ τὸ παλιόρασό του κι ἀπόμεινε μὲ τὸ ζωστικό του.

Κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος πῆγε κι ἄρμεξε τὰ πρόβατα μαζὶ μὲ τὸν παραγυιό του, κ᾿ ἔβαλε μέσα στὴν κοφινέδα τὰ νιογέννητα τ᾿ ἀρνιά, κι ὕστερα χώρισε τὶς ἑτοιμόγεννες προβατίνες καὶ τὶς κράτησε στὸ μαντρί, κι ὁ παραγυιὸς τά ῾βγαλε τ᾿ ἄλλα στὴ βοσκή. Λιγοστὰ εἴτανε τὰ ζωντανά του, φτωχὸς εἴτανε ὁ Γιάννης, μὰ εἴτανε Βλογημένος. Κ᾿ εἶχε μία χαρὰ μεγάλη, σὲ κάθε ὥρα, μέρα καὶ νύχτα, γιατὶ εἴτανε καλὸς ἄνθρωπος κ᾿ εἶχε καὶ καλὴ γυναίκα, κι ὅποιος λάχαινε νὰ περάσει ἀπὸ τὴν καλύβα τους, σὰν νά ῾τανε ἀδελφός τους, τὸν περιποιόντανε. Γιὰ τοῦτο κι ὁ ἅγιος Βασίλης κόνεψε στὸ σπίτι τους, καὶ κάθησε μέσα, σὰ νά ῾τανε δικό του σπίτι, καὶ βλογηθήκανε τὰ θεμέλιά του. Κείνη τὴ νύχτα τὸν περιμένανε ὅλες οἱ πολιτεῖες καὶ τὰ χωριὰ τῆς Οἰκουμένης, οἱ ἀρχόντοι, οἱ δεσποτάδες κ᾿ οἱ ἐπίσημοι ἀνθρῶποι μὰ ἐκεῖνος δὲν πῆγε σὲ κανέναν, παρὰ πῆγε καὶ κόνεψε στὸ καλύβι τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου.

Τὸ λοιπόν, σὰν σκαρίσανε τὰ πρόβατα, μπῆκε μέσα ὁ Γιάννης καὶ λέγει στὸν ἅγιο: «Γέροντα, ἔχω χαρὰ μεγάλη. Θέλω νὰ μᾶς διαβάσεις τὰ γράμματα τ᾿ Ἅη-Βασίλη. Ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος ἀγράμματος, μὰ ἀγαπῶ τὰ γράμματα τῆς θρησκείας μας. Ἔχω καὶ μία φυλλάδα ἀπὸ ἕναν γούμενο ἁγιονορίτη, κι ὅποτε τύχει νὰ περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τὸν βάζω καὶ μοῦ διαβάζει ἀπὸ μέσα τὴν φυλλάδα, γιατὶ δὲν ἔχουμε κοντά μας ἐκκλησία».

Ἔπιασε καὶ θαμπόφεγγε κατὰ τὸ μέρος τῆς ἀνατολῆς. Ὁ ἅγιος Βασίλης σηκώθηκε καὶ στάθηκε κατὰ τὴν ἀνατολὴ κ᾿ ἔκανε τὸ σταυρό του, ὕστερα ἔσκυψε καὶ πῆρε μία φυλλάδα ἀπὸ τὸ ταγάρι του, κ᾿ εἶπε: «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν πάντοτε,νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων». Κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος πῆγε καὶ στάθηκε ἀπὸ πίσω του, κ᾿ ἡ γυναίκα βύζαξε τὸ μωρὸ καὶ πῆγε καὶ κείνη καὶ στάθηκε κοντά του, μὲ σταυρωμένα χέρια. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης εἶπε τὸ «Θεὸς Κύριος» καὶ τ᾿ ἀπολυτίκιο τῆς Περιτομῆς «Μορφὴν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβες», δίχως νὰ πεῖ καὶ τὸ δικό του τὸ ἀπολυτίκιο ποὺ λέγει «Εἰς πάσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου». Ἡ φωνή του εἴτανε γλυκειὰ καὶ ταπεινή, κι ὁ Γιάννης κ᾿ ἡ γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ἂς μὴν καταλαβαίνανε τὰ γράμματα. Κ᾿ εἶπε ὁ ἅγιος Βασίλης ὅλον τὸν Ὄρθρο καὶ τὸν Κανόνα τῆς Ἑορτῆς: «Δεῦτε λαοὶ ἄσωμεν ἄσμα Χριστῷ τῷ Θεῷ, χωρὶς νὰ πεῖ τὸ δικό του τὸν Κανόνα, ποὺ λέγει «Σοῦ τὴν φωνὴν ἔδει παρεῖναι, Βασίλειε». Κ᾿ ὕστερα εἶπε ὅλη τὴ λειτουργία κ᾿ ἔκανε ἀπόλυση καὶ τοὺς βλόγησε.

Καὶ σὰν καθήσανε στὸ τραπέζι καὶ φάγανε κι ἀποφάγανε, ἔφερε ἡ γυναίκα τὴ βασιλόπητα καὶ τὴν ἔβαλε ἀπάνω στὸ σοφρᾶ. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης πῆρε τὸ μαχαίρι καὶ σταύρωσε τὴ βασιλόπητα, κ᾿ εἶπε: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κ᾿ ἔκοψε τὸ πρῶτο τὸ κομμάτι κ᾿ εἶπε «τοῦ Χριστοῦ» κ᾿ ὕστερα εἶπε «τῆς Παναγίας», κ᾿ ὕστερα εἶπε «τοῦ νοικοκύρη Γιάννη τοῦ Βλογημένου». Τοῦ λέγει ὁ Γιάννης: «Γέροντα, ξέχασες τὸν ἅη- Βασίλη!». Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος: «Ναί, καλά! κ᾿ ὕστερα λέγει: «Τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Βασιλείου». Κ᾿ ὕστερα λέγει πάλι: «Τοῦ νοικοκύρη, «τῆς νοικοκυρᾶς», «τοῦ παιδιοῦ», «τοῦ παραγυιοῦ», «τῶν ζωντανῶν», «τῶν φτωχῶν». Τότε λέγει στὸν ἅγιο ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος: «Γέροντα, γιατί δὲν ἔκοψες γιὰ τὴν ἁγιωσύνη σου; Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος: «Ἔκοψα, Βλογημένε!» μά, ὁ Γιάννης δὲν κατάλαβε τίποτα, ὁ μακάριος. Κ᾿ ὕστερα, σηκώθηκε ὄρθιος ὁ ἅγιος Βασίλειος κ᾿ εἶπε τὴν εὐχή του «Κύριε ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι οὐκ εἰμὶ ἄξιος, οὐδὲ ἱκανός, ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς μου».

Κ᾿ εἶπε ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος: «Πές μου, γέροντα, ποῦ ξέρεις τὰ γράμματα, σὲ ποιὰ παλάτια ἄραγες πῆγε σὰν ἀπόψε ὁ ἅγιος Βασίλης; οἱ ἀρχόντοι κ᾿ οἱ βασιληάδες τί ἁμαρτίες νά ῾χουνε; Ἐμεῖς οἱ φτωχοὶ εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἐπειδὴς ἡ φτώχεια μᾶς κάνει νὰ κολαζόμαστε». Κι ὁ ἅγιος Βασίλης δάκρυσε κ᾿ εἶπε πάλι τὴν εὐχή, ἀλλοιώτικα: «Κύριε, ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι ὁ δοῦλος σου Ἰωάννης ὁ ἁπλοῦς ἐστὶν ἄξιος καὶ ἱκανὸς ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην του εἰσέλθῃς. Ὅτι νήπιος ὑπάρχει καὶ τὰ μυστήριά Σου τοῖς νηπίοις ἀποκαλύπτεται». Καὶ πάλι δὲν κατάλαβε τίποτα ὁ Γιάννης ὁ μακάριος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος…

Xριστουγεννιάτικο αντιπαραμύθι

Μια φορά και κάθε καιρό είναι ο Θεός. Από κάποτε είναι και οι άνθρωποι. Οι αναφορές όμως που έρχονται από τη γη για την κατάσταση των ανθρώπων όλο και χειροτερεύουν.Το ανθρώπινο γένος πάει από το κακό στο χειρότερο, παρ’ όλες τις προσπάθειες του Θεού με τους διάφορους αντιπροσώπους που από καιρό σε καιρό στέλνει για να τους συνεφέρει.

Μπροστά στην έκρυθμη αυτή κατάσταση η Αγία Τριάδα συνεδριάζει. Αποφασίζει ν’ ακούσει και τις απόψεις των ανθρώπων πάνω στο θέμα και να συζητήσει προτάσεις τους για την αντιμετώπιση του αδιεξόδου.

Σε λίγες μέρες φθάνει ως εκπρόσωπος της ανθρωπότητας μια διακεκριμένη προσωπικότητα, ένας σοφός Σύμβουλος του Αυτοκράτορα που διατηρούσε μεγάλο κύρος ανάμεσα στους ανθρώπους. Κολακευμένος από την προτίμηση δεν άργησε να πάρει θάρρος και να διατυπώσει τις απόψεις του για τη λύση του προβλήματος.

-Προτείνω να ληφθούν δραστικά μέτρα.
-Σαν ποια;
-Να σταλούν άγγελοι με πύρινες ρομφαίες για να συνετίσουν τους ανθρώπους.
-Μα τότε πού πάει η ελευθερία τους;
-Μπροστά στο καλό που θα γίνει, δε βλάφτει να τη στερηθούν προσωρινά.
-Μα καλό δίχως ελευθερία μπορεί να είναι καλό;

Ο σεβαστός Σύμβουλος πέφτει σε κάποια αμηχανία. Κι αναδιπλώνεται, θέλει να φανεί αρεστός και προτείνει αυτό που υποπτεύεται ότι θ’ αρέσει στο Θεό.
-Να σταλούν εκπρόσωποί σας για να τους συμβουλέψουν.
-Μα το μέτρο αυτό δοκιμάστηκε επανειλημμένα και απέτυχε.

Ο σεβαστός Σύμβουλος μπερδεύεται πάλι. Ωστόσο μια νέα ιδέα φωτίζει το μυαλό του.

-Να χορηγήσετε γενική αμνηστεία. Να βγείτε στον εξώστη του Ουρανού και ν’ ανακοινώσετε στους ανθρώπους ότι τους συγχωρείτε για την προσβολή που σας έκαναν και διαγράφετε τις αμαρτίες τους!

-Δεν μπορώ να το κάνω γιατί δεν αισθάνομαι θιγμένος από τα έργα τους. Αλλά κι αν έδινα γενική αμνηστεία, όπως προτείνεις, θα τους ωφελούσε; Πιστεύω πως όχι. Το πρόβλημα δεν είναι ν’ αποκαταστήσω τη σχέση μου με τους ανθρώπους. Ποτέ, άλλωστε, αυτή δε χάλασε. Αλλά ν’ αποκαταστήσουν οι ίδιοι τη σχέση τους με τον εαυτό τους. Στην περίπτωση, όμως, αυτή δεν έχουν τόσο αξία τα γενικά μέτρα που έρχονται απ’ έξω, όσο η αλλαγή των ανθρώπων που γίνεται μέσα τους, η σωστή επανατοποθέτηση του καθενός απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό.

Ο Σύμβουλος τα ‘χασε πλέον οριστικά. Και τότε σκέφτηκε να εφαρμόσει την παλιά, δοκιμασμένη τακτική του, που χρησιμοποιούσε σε δύσκολες στιγμές.

-Εσείς τι λέτε; Ρώτησε με προσποιητή αφέλεια.
-Λέω να στείλω το Γυιό μου στη γη.
-Απαράδεκτο! του ξέφυγε η λέξη αυθόρμητα. Ταυτόχρονα όμως ένιωσε ότι φέρθηκε με απρέπεια. Σπεύδει να διορθώσει το πράγμα.
-Ίσως, ήταν κάπως βιαστική η κρίση μου. Μάλλον δεν έχω αντίρρηση. Αλλά θα πρέπει να παρουσιαστεί με την ανάλογη εμφάνιση που επιβάλλει η θέση του.
-Δηλαδή, ποια;
-Ε, να! Να περιβληθεί, ας πούμε, μ’ ένα αστρικό σώμα και να συνοδεύεται από μια στρατιά αγγέλων.
-Δε θα εκβιάσει, όμως, έτσι τις ανθρώπινες συνειδήσεις;

Πάλι τα ίδια, σκέφθηκε ο Σύμβουλος με κάποιο εκνευρισμό. Έτσι ξαναγύρισε στη γνωστή του τακτική.
-Εσείς πώς βλέπετε αυτή την αποστολή;
-Σκέφτομαι να γίνει άνθρωπος!
Αστροπελέκι!
-Τι είπατε; Άνθρωπος; Μα αυτό είναι εντελώς ασυμβίβαστο με την αξία του. Δεν κρατήθηκε. Είναι αναξιοπρεπές. Και πάλι δεν κρατήθηκε. Πώς το σκεφτήκατε αυτό;
-Λέγοντας να γίνει άνθρωπος, δεν εννοώ να εμφανιστεί ως άνθρωπος, αλλά να υπάρξει άνθρωπος, να γεννηθεί από μια θνητή γυναίκα.

Μήπως με περιπαίζει; Σκέφτηκε φανερά ενοχλημένος ο καλός μας Σύμβουλος. Μήπως το κάνει για να ελέγξει τη νοημοσύνη μου;
-Δεν μπορώ να παρακολουθήσω τη σκέψη σας, είπε με θιγμένη αξιοπρέπεια. Εννοείτε να περάσει από τη διαδικασία της ενδομήτριας ζωής, της γέννας, από την ασήμαντη βρεφική ηλικία από… Σταμάτησε από φρίκη. Τον συνέφερε κάπως η σκέψη πως ο Θεός πιθανόν να τον κοροϊδεύει. Τον κοιτάζει εξεταστικά με μια ματιά γεμάτη σημασία. Θα ‘θελε τουλάχιστον να μην πέσει η υπόληψή του.

Ο Θεός ένιωσε την κατάσταση του ανθρώπου. Ήταν κι αυτός όπως όλοι οι άλλοι. Αποκλεισμένος στο δικό του κόσμο. Ένας υπηρέτης που φρόντιζε μόνο «τα του Καίσαρος». Ωστόσο συνέχισε να του ξεδιπλώνει τη σκέψη του.
-Νομίζω ότι σωστά με καταλάβατε. Λέω να γεννηθεί από μια θνητή γυναίκα και μάλιστα να μη γεννηθεί στην Πρωτεύουσα, ούτε στα Ανάκτορα, αλλά σε μια ασήμαντη πόλη, στη Βηθλεέμ, ας πούμε, μέσα σ’ ένα σταύλο!

Το πράγμα είχε παραγίνει για το Σύμβουλο. Ένιωσε ότι τον περιπαίζουν. Αν προσπαθούσε τουλάχιστο να περισώσει το κύρος του!… Πήρε το πιο σοβαρό του ύφος και είπε:
-Επιθυμώ εξ ονόματος μου εξ ονόματος όλων των ανθρώπων να δηλώσω ότι διαφωνώ με την πρότασή σας. Παρακαλώ να γραφτεί στα πρακτικά.

Με τη δήλωση αυτή η σύσκεψη έληξε. Ο Θεός σηκώθηκε, τον ξεπροβόδισε μέχρι την πόρτα και τον χαιρέτησε, ευχαριστώντας τον για τη συνεργασία του. Ο Σύμβουλος έφυγε πολύ συγχυσμένος κι αναστατωμένος. Σε όλη τη διαδρομή του γυρισμού μια απορία τριβέλιζε το μυαλό του. Πώς μπόρεσε ο Θεός να σκεφτεί όλ’ αυτά, έστω και γι’ αστείο;

του Ηλία Βουλγαράκη
Από το βιβλίο «Χριστούγεννα»
Εκδόσεις Ακρίτας

Αγία Αναστασία η Μεγαλομάρτυς η Φαρμακολύτρια

Η μνήμη της τιμάται στις 22 Δεκεμβρίου

agiaanastasia

Στα χρόνια που βασίλεψε ο ασεβέστατος Διοκλητιανός, στην ξακουστή Ρώμη ήταν ένα κορίτσι που λεγόταν Αναστασία. Όμορφη, με ωραία κορμοστασιά, από γένος πλούσιο και φημισμένο, με χαρακτήρα και τρόπους τέλειους. Η δε ευγένεια της ψυχής της ήταν μεγαλύτερη από το κάλλος του σώματός της. Ήταν θυγατέρα κάποιου ειδωλολάτρη Πραιτεξάτου και της μάθαινε γράμματα ένας ενάρετος άνθρωπος, ο Χρυσογόνος. Ευσεβέστατος, με πίστη στον αληθινό Θεό, δίδαξε την ευσέβεια και την πίστη του στην Αναστασία, που καταφρόνησε τα αναίσθητα είδωλα. Ο δε πατέρας της την πάντρεψε, παρά την θέλησή της, με τον ειδωλολάτρη και πλούσιο Ποπλίονα. Η Αναστασία τον μισούσε και δεν θέλησε ποτέ να κοιμηθεί μαζί του, γιατί αγαπούσε την παρθενία χάρη του Χριστού και προφασιζόταν συνεχώς πως ήταν άρρωστη. Καθημερινά προσευχόταν στον Χριστό, τηρούσε τις εντολές του και πάνω από όλα είχε μεγάλη ταπείνωση.

Για αυτόν τον λόγο, πολλές φορές έβγαζε τα πολύτιμα και λαμπρά φορέματά της και ντυνόταν φτωχικά, για να μην την γνωρίσουν, και πήγαινε με μια ευσεβέστατη δούλη της στις φυλακές, όπου περιποιούνταν τις πληγές και τα τραύματα των χριστιανών από τα βασανιστήρια. Σκούπιζε, καθάριζε τα αίματα και τις πληγές. Πρόσφερε κάθε άλλη υπηρεσία σαν δούλη του Χριστού. Καταφιλούσε τις πληγές τους από ευλάβεια για τα μαρτύριά τους και τους νουθετούσε να μη δειλιάσουν στα προσωρινά βασανιστήρια, αλλά να μένους σταθεροί στην πίστη και ευσέβειά τους. Τους έδινε τροφές, ρούχα και κάθε τι άλλο, που είχαν ανάγκη για το σώμα τους, όπως φάρμακα. Και όλα αυτά τα έκανε κρυφά, τις νύχτες, εξαγοράζοντας με χρήματα του φύλακες, για να την αφήνουν να μπαίνει στις φυλακές.

Όταν έμαθε αυτά από πληροφορίες δικών του ανθρώπων ο Ποπλίονας την φυλάκισε και δεν την άφησε ούτε να βγει αλλά και ούτε να την πλησιάσει κανένα άτομο. Αυτή στεναχωριόταν που δεν μπορούσε να βγει από το σπίτι της, για να φροντίσει τους φυλακισμένους χριστιανούς, όπως πριν. Όμως είχε μεγαλύτερη στεναχώρια που δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τον διδάσκαλό της Χρυσόγονο, ο οποίος πριν την επισκεπτόταν τακτικά και έπαιρνε ο ένας από τον άλλο δύναμη στα έργα της αρετής. Και αυτό γιατί ο Χρυσόγονος ήταν φυλακισμένος από τον βασιλιά, όταν αυτός έμαθε για την πίστη που είχε προς τον Χριστό. Τότε η αγία Αναστασία έστειλε μια γριά γυναίκα ευσεβέστατη και έμπιστη να μιλήσει στον Χρυσόγονο, για να προσευχηθεί προς τον Θεό για χάρη της, να λυτρωθεί από την φυλακή και να θεραπεύει τους φυλακισμένους μάρτυρες. Ο Χρυσόγονος της έγραψε ότι πρέπει να έχει υπομονή, γιατί σε λίγες μέρες θα πεθάνει ο άντρας της και θα μείνει εντελώς ελεύθερη. Έτσι και έγινε. Ο βασιλιάς τον έστειλε ως πρέσβη στους Πέρσες και στον δρόμο τον σκότωσαν. Από τότε η αγία έμεινε ελεύθερη και χωρίς εμπόδια έκανε ό,τι ήθελε και παρακινούσε τους μάρτυρες να υπομένουν γενναίως τα βασανιστήρια.

Ο δυσεβής Διοκλητιανός βρισκόταν τότε στην Ηράκλεια και δεν φρόντιζε τόσο για τις δημόσιες υπηρεσίες και υποχρεώσεις του κράτους του, όσο για να μην γλιτώσει κανένας ευσεβής χριστιανός από τα χέρια του. Του ανέφεραν ότι στη Ρώμη είχαν πολλούς χριστιανούς φυλακισμένους και πως, ενώ τους βασάνιζαν με διάφορους τρόπους, κανένας δεν ήθελε να προσκυνήσει τα είδωλα, γιατί είχαν έναν διδάσκαλο, που λεγόταν Χρυσόγονος, ο οποίος τους εμψύχωνε στην πίστη και τους παρακινούσε προς το μαρτύριο.

Ο Διοκλητιανός πρόσταξε αμέσως τους μεν χριστιανούς φυλακισμένους να τους βασανίσουν και πολύ, αν δεν θυσιάσουν στα είδωλα, να τους σκοτώσουν, τον δε Χρυσόγονο να του τον φέρουν σαν κατάδικο. Πίσω από τους στρατιώτες και τον Χρυσόγονο, τον διδάσκαλό της, πήγαινε και η Αναστασία, νικώντας την αντοχή της γυναικείας φύσης με το γενναίο της φρόνημα. Όταν έφτασαν στον βασιλιά Διοκλητιανό, αυτός με ύφος καλοσυνάτο είπε στον Χρυσόγονο:
– Υπάκουσε στην εντολή μου. Θυσίασε στους Θεούς, για να λυτρωθείς από διάφορα βασανιστήρια και θα σε κάνω έπαρχο της Ρώμης.

Πίστευε ο ασεβής βασιλιάς πως η δύναμη της εξουσίας του θα νικούσε την ψυχή και την πίστη του καλοκάγαθου Χρυσόγονου. Όμως, οι απειλές και οι υποσχέσεις του δεν έπιασαν, για να αρνηθούν οι χριστιανοί την πίστη τους στον Χριστό. Έτσι και τώρα, ο άγιος απάντησε με μεγάλο θάρρος κοιτάζοντάς τον στα μάτια, για να αποδείξει πως η βασιλική του εξουσία και δύναμη δεν είχε αξία μπροστά στην βασιλεία του Θεού.

– Δεν θυσιάζω στα είδωλα, γιατί έναν και μόνο Θεό ξέρω, τον οποίο ομολογώ με τα χείλη, όλη την ψυχή και την καρδιά μου. Αυτόν λατρεύω, προσκυνώ και θεωρώ τον γλυκύτερο από όλα τα ευχάριστα πράγματα της ζωής και τον ποθώ από κάθε τι άλλο. Αποστρέφομαι τα πλήθη των θεών σου, τους μύθους και τους δαίμονες. Συμβουλεύω όμοια και την βασιλεία σου να τους μισήσεις, γιατί είναι ζημιά και απώλεια των ψυχών. Όσο για τις τιμές και τις υποσχέσεις που μου έταξες, τις θεωρώ σκιά και όνειρα.

Ο βασιλιάς, αφού θαύμασε το θάρρος του αγίου, πρόσταξε να τον αποκεφαλίσουν σε ερημικό τόπο, γιατί φοβήθηκε μήπως παρασυρθούν και άλλοι, αν προσπαθήσει να τον μεταπείσει με διάφορα βασανιστήρια. Μετά τον αποκεφαλισμό του, έριξαν το λείψανό του στη θάλασσα. Όμως η πρόνοια του Θεού δεν αφήνει τους αγίους Του μάρτυρες χωρίς προστασία. Εκεί κοντά κατοικούσαν τρεις αδελφές, η Αγάπη, η Χιονία και η Ειρήνη και ένας ιερομόναχος ενάρετος, ο Ζώιλος. Ο Ζώιλος είδε θεία αποκάλυψη, που του φανέρωσε που βρισκόταν το λείψανο του αγίου Χρυσογόνου. Αφού το πήρε μαζί με το τίμιο κεφάλι του, με μεγάλη ευλάβεια το έκρυψε στο κελί του. Μετά από τριάντα μέρες του φανερώνεται ο  Χρυσόγονος λέγοντάς του:

– Γνώριζε, Ζωίλε, ότι έμαθε ο βασιλιάς για τις τρεις αδελφές Ειρήνη, Αγάπη και Χιονία και θέλει να τις θανατώσει μέσα σε εννιά μέρες. Να, λοιπόν, έρχεται εκεί η δούλη του Χριστού Αναστασία να τις δώσει θάρρος και να τις παρακινήσει προς το μαρτύριο. Συ δε ετοιμάσου για την αιώνια ζωή, γιατί σε λίγες μέρες έρχεσαι σε μας να απολαύσεις τους γλυκύτατους καρπούς των κόπων σου.

Την ίδια οπτασία είδε και η Αναστασία. Με μεγάλη χαρά έφυγε αμέσως για τον τόπο του Ζωίλου και, όταν είδε τις τρεις αδελφές, τις ρώτησε για το λείψανο του Χρυσογόνου. Όταν της το έδειξαν, το προσκύνησε με μεγάλη ευλάβεια. Μετά, παίρνοντας τις τρεις παρθένες αδελφές έφυγε στην Ακου¨λία, διδάσκοντές τες να μη δειλιάσουν στα βασανιστήρια των ασεβών. Έτσι, σύμφωνα με τη θεία αποκάλυψη του  Χρυσόγονου, ο μεν Ζωίλος έφυγε ειρηνικά προς τον Κύριο, ο δε παράνομος βασιλιάς πρόσταξε κα έφεραν τις τρεις αδελφές στο θέατρο. Πιστεύοντας ότι θα τις μεταστρέψει στα είδωλα, τις μίλησε με γλυκό τρόπο εγκωμιάζοντας την ομορφιά τους, τάζοντας να τις παντρέψει με πλούσιους άρχοντες και υποσχόμενος να τις χαρίσει πολλά και πλούσια δώρα. Όμως, η μεγαλύτερη στην ηλικία, η Αγάπη, για να δείξει την αγάπη της προς τον Θεό, με πολύ θάρρος απάντησε:
– Βασιλιά, μη βάλεις καθόλου στο μυαλό σου πως θα φοβηθούμε τα φοβερά βασανιστήρια ή τον σκληρότατο θάνατο ή θα μας νικήσει η πλούσια παντρειά ή θα λυπηθούμε τα κάλλη μας ή με κολακείες θα κλονίσεις την πίστη μας και θα προδώσουμε την ευσέβειά μας. Μάλιστα δε, όσο περισσότερο και χειρότερα μας βασανίσεις, τόσο περισσότερο θα ωφεληθούμε, για να κερδίσουμε την αιώνια βασιλεία.

Ο βασιλιάς, λοιπόν, θαύμασε τόσο πολύ και πάλι, όπως και του Χρυσογόνου πριν, την ομολογία και το θάρρος της παρθενομάρτυρος Αγάπης, ώστε τις φυλάκισε όλες, γιατί έπρεπε να φύγει στη Μακεδονία. Πρόσταξε τον έπαρχο Δουλκίτιο να τις ανακρίνει και πάλι και με διάφορα βασανιστήρια να τις αναγκάσει να θυσιάσουν στα είδωλα.

Η Αναστασία, βέβαια, όπως είπαμε και πιο πάνω, ακολουθούσε όχι μόνο τις τρεις αδελφές, αλλά και άλλους χριστιανούς και τους επιμελούνταν σε όλες τους τις ανάγκες.

Ο πονηρός Δουλκίτιος από την πρώτη στιγμή θέλησε να εκμεταλλευτεί την εξουσία του και να χρησιμοποιήσει τις ωραιότατες τρεις αδελφές στις επιθυμίες της σάρκας του. Πήγε λοιπόν, στη φυλακή μόνος του, για να ικανοποιήσει τις ορέξεις του, όπως σκεπτόταν. Αλλά, με την θέληση του Θεού, αντί στη φυλακή μπήκε σε ένα μαγειρείο, όπου ήταν μαζεμένα κατσαρόλια και κουτάλια. Αυτά, πιστεύοντας πως ήταν τα κορίτσια, τα αγκάλιαζε, τα φιλούσε, καθώς ήταν μεθυσμένος από έρωτα και έγινε κατάμαυρος και αγνώριστος από τις μουντζούρες.

Κατόπιν, βγαίνοντας έξω να πάει στο παλάτι, δεν τον γνώριζε κανένας πως ήταν ο έπαρχος. Πίστευαν ότι ήταν ένας τρελός και δαιμονισμένος άνθρωπος. Άλλοι τον κορόιδευαν και άλλοι τον έδερναν σαν παλαβό. Όταν έφτασε στο παλάτι δεν τον άφηναν οι φρουροί να μπει μέσα, αλλά τον έσπρωχναν προς τα έξω και τον γρονθοκοπούσαν. Και όλα αυτά, γιατί κανένας δεν πίστευε πως ήταν ο έπαρχος. Με μεγάλη δυσκολία τον γνώρισαν οι συγγενείς του και τον πήγαν στο σπίτι του, όπου τον καθάρισαν και τον έντυσαν. Όταν συνήλθε από αυτή του την παραζάλη, για να δικαιολογηθεί, έλεγε πως οι χριστιανοί του έκαναν μαγείες.

Ο θυμός του μεγάλωσε και ο πόθος του για τις τρεις παρθένες αδελφές έγινε ανίκητο πάθος. Ήθελε να πάρει εκδίκηση για την προσβολή που έπαθε. Και να τι σκέφτηκε. Πρόσταξε και τις έφεραν μπροστά του, δίνοντας εντολή να τις γυμνώσουν εντελώς. Ήθελε να πραγματοποιήσει τις επιθυμίες του μπροστά σε άλλους, για να τις ντροπιάσει και να πάρει εκδίκηση για το ρεζιλίκι που έπαθε. Αλλά, ω των παραδόξων πραγμάτων δημιουργέ Κύριε! Τα πουκάμισα που φορούσαν έγιναν σαν δέρματα και κόλλησαν τόσο πολύ στις σάρκες τους, που δεν μπορούσαν τελικά να τα ξεσκίσουν οι δήμιοι. Όλοι τότε απόρησαν και έμειναν κατάπληκτοι σε ένα τέτοιο θαύμα. Αλλά ακολούθησε και άλλο θαύμα μετά από αυτό. Έμεινε τυφλός ο έπαρχος από ουράνια δύναμη, για να αποδειχτεί η παντοδυναμία του Θεού προς ενίσχυση της πίστης των χριστιανών. Έτσι, σηκώνοντάς τον από τον θρόνο του σαν ένα άψυχο χορτάρι, τον πήγαν στο κρεβάτι του.

Μετά από αυτά τα γεγονότα , ο βασιλιάς διόρισε έπαρχο τον Σισίνιο , ένα σκληρό και ασεβέστατο ειδωλολάτρη .Μόλις έγινε έπαρχος , προσπάθησε με διάφορες κολακείες, υποσχέσεις και φοβέρες να τις αλλάξει την γνώμη και να θυσιάσουν στα είδωλα. Όταν είδε ότι στα χαμένα κόπιαζε, σαν να έδερνε τον αέρα , πρόσταξε να κάψουν και τις δυό, την Αγάπη και την Χιονία. Την Ειρήνη , ως μικρότερη , την άφησε, έχοντας ελπίδα πως αργότερα θα την καταφέρει να θυσιάσει. Άναψαν το καμίνι οι υπηρέτες , έκαναν οι αγίες τον σταυρό τους και πήδησαν μέσα στις φλόγες με αγαλλίαση. Ο Παντοδύναμος Θεός παρέλαβε τις ψυχές τους χωρίς λύπη και πόνο.

Η φωτιά δεν τις έβλαψε καθόλου, ούτε τόλμησε να κάψει μια τρίχα από το κεφάλι ή το ρούχο τους.

Η φιλομάρτυρα Αναστασία μετά από αυτό, πήρε τα λείψανά τους και τα ενταφίασε με πολλή ευλάβεια. Παρακαλούσε τον Θεό κάθε μέρα ν’ αξιώσει και την ίδια να έχει τέτοιο μαρτυρικό στέφανο.

Ο έπαρχος Σισίνιος κολάκευε πάλι την Ειρήνη , για να θυσιάσει. Επειδή δεν πειθόταν ,την φοβέρισε λέγοντας την :
– Γνώριζε πως αν παρακούσεις την εντολή μου να θυσιάσεις, θα σε βάλω σ’ένα φανερό και δημόσιο τόπο να έρχεται ο καθένας να σε πορνεύει , για να φθαρεί και μολυνθεί, κατά την γραφή σας , το σώμα και η ψυχή σου.

Τι σκληρότητα και αθλιότητα! Πόσο τυφλωμένη και δαιμονισμένη η καρδιά του κοσμικού άρχοντα! Έρχεται όμως η απάντηση της Ειρήνης να ξεσκεπάσει τον απάνθρωπο ψυχικό κόσμο του έπαρχου. Παρ’ όλο  που έχασε πριν λίγο τις άλλες αδελφές της, έχει εμψυχωθεί περισσότερο και δεν διστάζει σε οποιονδήποτε πειρασμό και βασανισμό. Έχει σκέπη της την θεία χάρη και δύναμη, την πίστη της στο Χριστό. Μπορεί να είναι μικρή σε ηλικία , αλλά η πίστη και η αγάπη της για τον Χριστό αμέτρητα μεγάλη.

– Έπαρχε, ελπίζω Στον Δεσπότη μου Χριστό να φυλάξει τα πόδια μου από τις παγίδες σου και αμόλυντη την ψυχή μου. Αν πάλι μολυνθώ με την βία, σ’αυτό δεν έχω αμαρτία, γιατί έγινε παρά τη θέληση μου.

Τότε ο άρχοντας , παραδομένος στο μίσος του , παρέδωσε την Ειρήνη στους στρατιώτες να την πάνε στο πορνείο για να γίνει ό, τι έλεγε. Ο Θεός όμως δεν αμέλησε για την πιστή Του δούλη, αλλά έστειλε αγγέλους για στρατιώτες και την πήγαν σ ‘ ένα όρος για να μην εκπληρωθεί το πείσμα του άρχοντα.

Αυτός , αν και είδε τέτοιο θαύμα , δεν σταμάτησε να πολεμά τον Παντοδύναμο, αν και αδύναμος. Ο αφρονέστατος έτρεχε καβαλλάρης προς το όρος, για να την πάρει. Αλλά ακολούθησε άλλο θαύμα . Ενώ έβλεπε την Ειρήνη, δεν μπορούσε να πλησιάσει κοντά. Μια αόρατη δύναμη μπήκε ανάμεσα στην Ειρήνη και σ αυτόν σαν ένα τείχος ακαταμάχητο. Και ενώ έβλεπε, δεν την έβλεπε που ήταν και γυρνούσε το όρος ψηλαφώντας για να την πιάσει. Έτσι, περιπλανήθηκε άσκοπα μέχρι το βράδυ. Τότε ένας στρατιώτης έριξε το βέλος κατά πάνω της και την κατατρύπησε στην καρδιά της. Αυτή ήταν η θέληση του Θεού να την πάρει κοντά του, για να λυτρωθεί από τα βασανιστήρια της ζωής.

Η δε αγία και μάρτυρας Ειρήνη ευχαρίστησε τον Θεό , πριν παραδώσει την ψυχή της, γιατί την φύλαξε καθαρή και αμόλυντη από τα χέρια των βασανιστών της. Και όταν ο άρχοντας έφυγε μακριά, η Αναστασία πήρε το λείψανο της και μαζί με τις άλλες αδελφές της το ενταφίασε με όλες τις τιμές. Όμως όταν έμαθε ο άρχοντας για την Αναστασία, την φυλάκισε, για να την βασανίσει  με διάφορα βασανιστήρια. Το μίσος του για αυτήν ήταν αμέτρητο και φοβερό. Όταν τον πληροφόρησαν πως ήταν από αρχοντική γενιά, δεν τόλμησε να την αγγίξει παρά την έστειλε στην Ρώμη, στον ίδιο τον αυτοκράτορα.

Ο αυτοκράτορας απορημένος για τον τρόπο ζωής της , το ντύσιμο της και την όλη αγάπη και φροντίδα για τους χριστιανούς , θέλησε να μάθει τι έκανε την περιουσία της και ζούσε με αυτό τον τρόπο.
– Εξήγησέ μου, είπε ο αυτοκράτορας , τι έκανες τόση πατρική περιουσία και ζεις έτσι;
Η Αγία Αναστασία απάντησε με θάρρος και πίστη πώς την προστατεύει ο Χριστός.
– Πρώτα, μοίρασα την περιουσία   μου  στους φτωχούς χριστιανούς σύμφωνα με τον νόμο του Θεού μου και, δεύτερον, ήρθα να δώσω θυσία το σώμα μου ολόψυχα στον Χριστό, επειδή δεν εξουσιάζω τίποτα άλλο στον κόσμο, για να αφιερώσω στον Ποιητή και Σωτήρα μου.

Ο αυτοκράτορας δεν θέλησε να προχωρήσει σε βασανιστήρια, γιατί κατάλαβε στην σταθερή πίστη και αφοσίωσή της στον Χριστό και δεν ήθελε να ντροπιαστεί και εξευτελιστεί περισσότερο από τις νίκες της. Γι’ αυτό την παρέδωσε ξανά στον έπαρχο. Αυτός με γλυκόλογα και κολακείες, με υποσχέσεις για αξιώματα και τιμές προσπάθησε να την αναγκάσει να θυσιάσει στους θεούς τους.

– Γιατί δεν προσκυνάς τους θεούς, τους οποίους σεβόταν και προσκυνούσε και ο πατέρας σου;

Αυτή απάντησε:

– Αυτούς τους κατάργησα και τους λύτρωσα από τις αράχνες, τις μύγες και τα όρνια που τους ρύπαιναν. Τις δε κοιλιές των φτωχών τις γέμισα με τροφές και έκανα τα άχρηστα, δηλαδή τα χρήματα, χρήσιμα για τους συνανθρώπους μου.
Ο έπαρχος τότε με οργή και θυμό μονολόγησε:
– Μα τους θεούς, αυτήν εγώ θα την κάνω να υποφέρει με  πολλά βασανιστήρια, γιατί είναι ιερόσυλη. Η Αναστασία τότε δεν έχασε καιρό και απάντησε:
– Ώ! δικαστή, θαυμάζω τη σκέψη σου, γιατί την καλή αυτή μου πράξη την θεωρείς ιεροσυλία. Αν εκείνα τα άψυχα είχαν ζωή ή δύναμη δεν θα βοηθούσαν να μην συντρίψω ή να με τιμωρήσουν, όταν τους έκαψα;

Ο έπαρχος και πάλι με κολακείες και φοβέρες προσπάθησε να την μεταπείσει να θυσιάσει στους θεούς τους. Η Αναστασία  όμως αμετάπειστη και πιστή στον Χριστό υπέμεινε όλες τις προσβολές του. Τότε, απογοητευμένος  ο έπαρχος ανέφερε όλα τα γεγονότα στον αυτοκράτορα. Αυτός την παρέδωσε στον αρχιερέα του Καπιτωλίου, τον Ουλπιανό. Άνθρωπος πολυμήχανος και σκληρός, μπορούσε να καταφέρει να την μεταπείσει και να προσκυνήσει τα είδωλα. Η εντολή του βασιλιά ήταν: να θυσιάσει στα είδωλα ή θάνατος. Με τέτοια εντολή ο Ουλπιανός αρχίζει το βασανιστικό του  έργο. Στο ένα μέρος βάζει πολύτιμες γυναικείες στολές, πολύτιμες πέτρες, κοσμήματα, ευωδιαστά  άνθη, κρεβάτια αργυρά, όμορφα στρώματα και άλλα ωραιότατα κοσμικά πράγματα. Στο άλλο διάφορους μηχανισμούς βασανιστηρίων, για να την φοβίσει με αυτά ή να την δελεάσει με τα άλλα. Όμως, γελάστηκε στις σκέψεις και πράξεις του, γιατί η Αναστασία έμεινε σταθερή στην αγάπη και στην πίστη της προς τον Σωτήρα Χριστό. Έτσι, την φυλάκισε μέχρι τρεις μέρες, για να σκεφτεί το συμφέρον της, όπως  έλεγε.

Η αγία Αναστασία του απάντησε:
– Μη χάνεις άδικα τον καιρό σου, γιατί και τρία χρόνια καιρό να μου δώσεις και ακόμα περισσότερο, εγώ προσκυνώ έναν Θεό, τον αιώνιο, για τον οποίο παραδίνω την ψυχή μου ακόμη και με θάνατο. Περιφρονώ τους θεούς σας καθώς και τα προστάγματα των βασιλιάδων σας.

Έμεινε στην φυλακή τρεις μέρες. Δεν έφαγε τίποτα, ούτε και νικήθηκε από τις κολακείες τριών γυναικών που την παρότρυναν προς το κακό, γιατί και αυτές ήταν κολασμένες, αφού για αυτό το λόγο τις έστειλε ο ασύνετος Ουλπιανός, για να την μετατρέψουν προς το κακό. Όλα χαμένος κόπος. Μετά ξεκίνησε να πάει στη φυλακή να τη μολύνει ο ίδιος. Όμως, την ίδια στιγμή τιμωρήθηκε και πληγώθηκε αόρατα από τον Κύριο και έμεινε όχι μόνο τυφλός, αλλά με φοβερούς πόνους φώναζε  και επικαλούνταν τους ανίσχυρους θεούς του να τον σώσουν. Με τις φωνές του συγκεντρώθηκαν πολλοί γείτονες και, αφού τον σήκωσαν στα χέρια τους, τον πήγαν στο σπίτι του. Επειδή όμως δεν είχε ανάπαυση από τους  φρικτούς πόνους, διέταξε και τον πήγαν στο ναό των ειδώλων, νομίζοντας πως θα βρει θεραπεία. Εκεί από τους φρικτούς πόνους ο άδικος δικαστής παρέδωσε  την ψυχή του.

Μετά από αυτό το γεγονός και αφού ελευθερώθηκε  η αγία, πήγε σε άλλη χώρα, όπου ήταν  φυλακισμένη μια άλλη γυναίκα που λεγόταν Θεοδότη. Αυτή για την στερεή της πίστη έπαθε πολλά φρικτά βασανιστήρια από τον Λευκάδιο, τον άρχοντα της πόλης και στο τέλος φυλακίστηκε.

Η Αναστασία της διηγήθηκε τα δικά της βάσανα  και πάθη και έτσι την στερέωσε περισσότερο στην πίστη. Ο Λευκάδιος όταν έμαθε αυτά, την μεν Αναστασία, φυλάκισε, την δε Θεοδότη έστειλε δεμένη με γράμματα στον υπατικό της Βυθανίας. Ο υπατικός την βασάνισε με διάφορα βασανιστήρια και, αφού δεν μπόρεσε να την νικήσει, πρόσταξε να φέρουν τα δυο της παιδιά και τους φοβέρισε όλους πως αν δεν θυσιάσουν στα είδωλα, θα τους θανάτωνε. Ο πρωτότοκος γιος, ο Εύοδος, απάντησε:

– Εμείς, ηγεμόνα, δεν φοβόμαστε τα βασανιστήρια του σώματος, επειδή αυτά μας πηγαίνουν στην αιώνια ζωή. Σεβόμαστε και φοβόμαστε μόνο τον αληθινό Θεό που μπορεί να οδηγήσει στην κόλαση και το σώμα και την ψυχή μας.

Με απορία κοίταξε ο άρχοντας τον νέο Εύοδο και του είπε:

– Θαυμάζω πως, παρόλο που είσαι τόσο μικρός, ξέρεις  πολλά και απαντάς σαν μεγάλος.

Και  ο Εύοδος

– Η  γλώσσα είναι δική μου, αλλά τα λόγια του Κυρίου που υποσχέθηκε να μιλά για μας, όταν μας  φέρνουν στα κριτήρια.

Τότε ο ασεβέστατος, χωρίς να λυπηθεί  τον μικρό Εύοδο, διατάζει να τον ραβδίσουν μπροστά στα μάτια της μάνας του χωρίς έλεος, για να πληγωθεί βαθιά, βλέποντας το παιδί της να βασανίζεται. Όμως η γενναία μάνα χαιρόταν και το παρακινούσε να αντέξει το μαρτύριο λέγοντας:

– ΄Εχε υπομονή, παιδί μου. Στάσου με θάρρος και δέξου γενναία το μαρτύριο, με την υπομονή σου θα κερδίσεις από τον Κύριο το ένδοξο στεφάνι.

Τότε, ο άνομος δικαστής θύμωσε περισσότερο και παρέδωσε την Θεοδότη σε έναν άνθρωπο ασελγή και μιαρό, που ονομαζόταν Υρτακός. Η εντολή του ήταν να την κάνει ό,τι θέλει. Να την μιάνει αισχρά. Όμως, μόλις την άγγιξε, όλο του το πρόσωπο παραμορφώθηκε. Από τη μύτη του έτρεχε το  αίμα σαν ποτάμι. Σε τέτοια έξαλλη κατάσταση φώναξε προς τον υπατικό:

– Μόλις ακούμπησα με το χέρι μου την Θεοδότη, έπαθα μεγάλο κακό. Είδα έναν νέο ωραίο και λαμπρό, που μου έδωσε ένα χαστούκι δυνατό στο πρόσωπό μου και άνοιξε η μύτη μου.

Όμως, αν και άκουγε αυτά και  έβλεπε το θαύμα δεν πίστεψε ο ηγεμόνας, αλλά την φοβέριζε ο ασυνείδητος με απειλές και διάφορα βασανιστήρια.

– Αν δεν προσκυνήσεις τους αθάνατους θεούς, είπε, θα δεις μπροστά σου σφαγμένα τα δυο παιδιά σου.

Τι τραγικό, αλήθεια, για μια μάνα ένα  τέτοιο φρικτό θέαμα! Τα σπλάχνα της να τα δει έτσι!  Ο πόνος και ο κόπος που έκανε να τα μεγαλώσει θα πάει χαμένος; Όμως ποια απάντηση έδωσε η Θεοδότη σ’ αυτήν την απειλή;

– Αυτό  επιθυμώ και εγώ, είπε, να στείλω ζωντανή, πριν από το θάνατό μου, τα σπλάχνα μου στον Δεσπότη Χριστό, στο βέβαιο και σωτήριο εκείνο λιμάνι. ΄Επειτα να ακολουθήσω και εγώ και μαζί να χαιρόμαστε την αιώνια γαλήνη.

Μια τέτοια απάντηση κατατάραξε τον τύραννο που αμέσως έδωσε εντολή να την κάψουν στο καμίνι μαζί με τα παιδιά της. Με τέτοιο τρόπο παρέδωσαν τις άγιες ψυχές τους η Θεοδότη με τα παιδιά της, στα άχραντα χέρια του Κυρίου, ευχαριστώντας και δοξολογώντας Τον με αγαλλίαση ψυχής.

Η  Αναστασία ήταν φυλακισμένη από τον έπαρχο του Ιλλυρικού, ο οποίος, όταν άκουσε πως ήταν από πλούσιους και ξακουστούς γονείς, δοκίμασε, καθώς  ήταν φιλάργυρος, να κερδίσει χρήματα. Και της λέγει:

– Αν είσαι αληθινά χριστιανή, πράξε σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου σου. Περιφρόνησε όλα τα χρήματα και αγαθά, δος τα σε μένα, για να λυτρωθείς από τις φροντίδες. Σε αφήνω τότε ελεύθερα να προσκυνάς τον Θεό σου.

Η απάντηση που έδωσε η Αναστασία, έπεσε σαν κεραυνός στο κεφάλι και στην καρδιά του έπαρχου.

– Ο Κύριός μου, απάντησε, με πρόσταξε τα υπάρχοντά μου να τα δίνω στους φτωχούς. Εσύ είσαι πλούσιος και όποιος σου δώσει ελεημοσύνη είναι ανόητος. Αν όμως τύχει και μείνεις φτωχός και δεν έχεις ούτε τα απαραίτητα για να ζήσεις, τότε με μεγάλη μου χαρά να σε θρέψω πεινώντα, να σε ποτίσω διψώντα και να σε ντύσω γυμνούμενο.

Λέγοντας αυτά και πολλά άλλα, τα οποία αφήνουμε  χάρη χρόνου, ο τύραννος εξοργισμένος την ξαναφυλακίζει, μ’ εντολή να μην της δώσουν τίποτα για φαγητό παρά μόνο  πολύ λίγο μετά τη δύση του ήλιου. Η Αναστασία δεν καταδέχτηκε ούτε  εκείνο το λίγο φαγητό για συντήρηση του σώματός της. Είχε όλο τον πόθο και έρωτά της στον Χριστό. Αυτόν είχε παρηγοριά και τροφή και νερό στο σκοτεινό κελί. Κάθε βράδυ δε έβλεπε την μακαρία και σύναθλό της Θεοδότη, η οποία γέμιζε την καρδιά της Αναστασίας με χαρά και αγαλλίαση και της έδινε προθυμία και δύναμη για τους αγώνες της. Η Αναστασία την ρώτησε, γιατί ερχόταν σε αυτήν μετά τον θάνατό της. Και η Θεοδότη απάντησε:

– Ο Θεός δίνει αυτή την χάρη στους μάρτυρες να φανερώνονται σε όσους φίλους θέλουν να συνομιλούν και να χαίρονται μαζί τους.

Μετά από τριάντα μέρες, πιστεύοντας ο τύραννος πως από την πολλή πείνα, στερήσεις και τρόπο ζωής θα αρρώστησε και θα υπέκυπτε η αγία, πρόσταξε να την φέρουν μπροστά του. Όταν την είδε ωραία, χαμογελαστή, χωρίς να αλλάξει τίποτε από την  ομορφιά της, θύμωσε και οργίστηκε με τους φύλακές της. Πίστευε ότι η  Αναστασία τους  εξαγόρασε και αυτοί της  έκαναν όλα της τα θελήματα. Γι’ αυτό έβαλε  άλλους φρουρούς  και έκλεισε τις πόρτες της φυλακής με περισσότερη ασφάλεια. Η αγία Αναστασία ήρεμη και δυνατή προσευχόταν μέρα και νύχτα στον Κύριο. Μετά από τριάντα και πάλι μέρες την έβγαλε από την φυλακή και, όταν είδε πως δεν άλλαξε τίποτε πάνω της, πρόσταξε να την αφήσουν στην μέση της  θάλασσας με άλλους πολλούς κατάδικους ειδωλολάτρες, για να πνιγούν. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ένας χριστιανός, ο Ευτυχιανός, που πρωτύτερα τον βασάνισε με διάφορους τρόπους και του πήρε όλη του την περιουσία.

Τους έβαλαν σε  μια βάρκα και, αφού έφτασαν στη μέση του πελάγου, μπήκαν σε άλλη βάρκα οι στρατιώτες, αφού κατατρύπησαν την βάρκα των καταδίκων, για να βουλιάξει γρήγορα. Ο Θεός όμως έστειλε την μακαρία  Θεοδότη, η οποία κρατούσε το τιμόνι, και την κυβερνούσε μέχρι που τους έβγαλε σε σίγουρο τόπο.

Όταν οι κατάδικοι ειδωλολάτρες είδαν αυτό το θαύμα, απόρησαν και πέφτοντας στα πόδια του Ευτυχιανού και της αγίας Αναστασίας παρακαλούσαν να τους διδάξουν την ευσέβεια, την πίστη στον Χριστό και ό,τι άλλο  είχε σχέση με τον Σωτήρα  Κύριο.

Αυτό  και έγινε. Πίστεψαν  όλοι στον  Χριστό,  εκατόν είκοσι ειδωλολάτρες.

Μετά από τρεις μέρες, όταν έμαθε τα γεγονότα  ο έπαρχος, έστειλε στρατιώτες και τους έφεραν στο κριτήριο. Πίστευε  ότι θα επιστρέψουν στην προηγούμενη πίστη τους. Αυτό ήταν ένα κακό σημάδι, γιατί θα γινόταν αιτία να πιστέψουν και άλλοι ειδωλολάτρες.

Τους παρακάλεσε πολύ να επιστρέψουν στην προηγούμενη πίστη τους, τάζοντάς τους πολλά δώρα και αξιώματα. Όμως, οι ειδωλολάτρες μαθημένοι από τις ψευτιές και κολακείες των αρχόντων τους, δεν πίστεψαν στα λόγια του και ούτε ήθελαν να χάσουν οι αείμνηστοι την μακαριότητα και αιώνια ζωή για τα πρόσκαιρα και επίγεια αγαθά.

Αφού δοκίμασε ο έπαρχος να τους  μεταπείσει με άλλα βασανιστήρια και δεν τα κατάφερε, τους αποκεφάλισε  όλους.

Την  μακαρία Αναστασία  πρόσταξε να την δέσουν σε τρεις πασσάλους  και να ανάψουν γύρω της φωτιά μέχρι να καεί. Έτσι παρέδωσε και η αγία Αναστασία την ψυχή της στα χέρια του Θεού με μαρτυρικό θάνατο στις  είκοσι δύο  (22) Δεκεμβρίου του έτους 290 επί αυτοκράτορα Διοκλητιανού.

Κάποια γυναίκα που λεγόταν Απολλωνία, από γένος πλούσιο και ξακουστό, παρακάλεσε την γυναίκα του έπαρχου  και της χάρισε το λείψανο της Αναστασίας, το οποίο και ενταφίασε με  ευλάβεια μεγάλη στον κήπο της. Αργότερα  έκτισε στο όνομα της αγίας πολυτελή και περίβλεπτο ναό και την γιόρταζε κάθε χρόνο πλουσιοπάροχα.

Μετά από χρόνια, επειδή η φήμη της Αγίας ήταν μεγάλη, της έκτισαν μεγαλοπρεπή ναό στη  Κωνσταντινούπολη και έφεραν εκεί το σεβάσμιο και πολυτίμητο λείψανό της που είναι θησαυρός αγαθών, πηγή θαυμάτων και υγεία ψυχής και σώματος. Προς δόξα του Πατρός και Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της μιας Θεότητας και Βασιλείας. Σ’ Αυτήν πρέπει τιμή και κάθε μεγαλοσύνη και μεγαλοπρέπεια, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Μυρίπνοα άνθη του Παραδείσου
Εκδόσεις «Αγία Άννα» Θεσσαλονίκη

Από το http://www.impantokratoros.gr/8CB8A448.el.aspx

Άγιος Ελευθέριος ο Ιερομάρτυρας

 Η μνήμη του εορτάζεται στις 15 Δεκεμβρίου

AgiosElefterios

Ο Άγιος Ελευθέριος γεννήθηκε τον 2o αιώνα μ. Χ. στην Ελλάδα (κατά άλλους στην Ρώμη) από πλούσιους γονείς. Τότε αυτοκράτορας ήταν ο Κόμμοδος και ο Σεπτίνος Σεβήρος. Ορφανός από πατέρα, ανατράφηκε σύμφωνα με τις επιταγές του Ευαγγελίου από την ευσεβέστατη και φιλάνθρωπη μητέρα του, Ανθία (της Ευανθίας γόνος, στιχηρό Εσπερινού) η οποία έγινε χριστιανή ακούοντας το κήρυγμα από μαθητές του Απ. Παύλου.

 Διακαής πόθος της Ανθίας ήταν να επισκεφτεί τη Ρώμη, που τα χώματά της είχαν βαφτεί με το αίμα των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Κάποτε, λοιπόν, αποφάσισε και πήγε. Μαζί πήρε και το νεαρό γιό της Ελευθέριο. Ο επίσκοπος Ρώμης Ανίκητος (βλέπε 17 Απριλίου), όταν είδε τον Ελευθέριο εκτιμώντας την πολλή νοημοσύνη του, τη θερμή πίστη και το αγνό ήθος του, τον έλαβε υπό την προστασία του.

 Σε ηλικία 15 ετών χειροτονήθηκε από τον επίσκοπο Ρώμης Ανίκητο, διάκονος και έπειτα από τρία χρόνια χειροτονήθηκε ιερέας. Από τη θέση αυτή ο Ελευθέριος αγωνίστηκε με ζήλο για τη διδαχή του ποιμνίου του, και σε έργα φιλανθρωπίας. Αργότερα και σε ηλικία είκοσι ετών, με κοινή ψήφο κλήρου και λαού έγινε επίσκοπος Ιλλυρικού, σημερινής Αλβανίας με έδρα την Αυλώνα.

 Μα χειροτονήθηκε τόσο μικρός; Στο ερώτημα δίνει απάντηση ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης…. Γράφει σε υποσημείωση του Συναξαριστού του: «Ας μη θαυμάζει κανείς ότι αυτός ο άγιος χειροτονήθηκε σε ηλικία αντίθετη με τους ιερούς κανόνες της 6ης Οικ. Συνόδου και της τοπικής Συνόδου της Νεοκαισαρείας, οι οποίοι ορίζουν ότι ο διάκονος χειροτονείται στη ηλικία των 25 χρόνων, ο πρεσβύτερος στα 30 και ο επίσκοπος πάνω από 30. Αυτό έγινε γιατί ο άγιος Ελευθέριος έζησε πριν ακόμη γίνουν οι παραπάνω κανόνες, οι οποίοι έγιναν αργότερα».

 Η χειροτονία του αγίου Ελευθερίου, όπως γράφει κάποιος βιογράφος του, έγινε «κατ’ οικονομίαν» Θεού, λόγω των μεγάλων αρετών και της σοφίας του με την οποία προσείλκυε στον Χριστό τους ειδωλολάτρες. Η γλυκύτητα του λόγου του, που επιβεβαιωνόταν με τα πολλά θαύματα του, έκανε αυτούς που βρίσκονταν στην πλάνη να ασπαστούν την χριστιανική αλήθεια.

 Η φήμη της αρετής του Αγίου Ελευθερίου ήταν τόσο μεγάλη που έφτασε μέχρι τη Βρεττανία. Έτσι, ο βασιλιάς της, Λούκιος, έγραψε επιστολή στον Ελευθέριο και του δήλωνε ότι αυτός και ο λαός του επιθυμούσαν να γίνουν χριστιανοί. Ο Ελευθέριος αμέσως ανταποκρίθηκε, στέλνοντας δύο εκπαιδευμένους στην πίστη άνδρες, που κατήχησαν και βάπτισαν χριστιανούς τον Λούκιο με το λαό του.

 Όταν ο Σεπτίμιος Σεβήρος πληροφορήθηκε την χριστιανική δράση του Ελευθερίου διέταξε την σύλληψή του. Έπειτα από πολλά βασανιστήρια ο Ελευθέριος οδηγήθηκε από τους ειδωλολάτρες στην αρένα της Ρώμης. Τα άγρια ζώα όμως δεν τον άγγιξαν, γι’ αυτό και αποκεφαλίσθηκε μαζί με την μητέρα του.

 Έτσι ο Άγιος Ελευθέριος πέρασε «εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ» (Προς Ρωμαίους, η’ 21). Δηλαδή στην ελευθερία της ένδοξης κατάστασης των παιδιών του Θεού.

 Η Σύναξή του τελείται στο μαρτύριο αυτού, πλησίον του Ξηρολόφου.

 Ο Άγιος Ελευθέριος θεωρείται βοηθός των εγκύων γυναικών. Τους δίνει «καλή λευτεριά». Πολλές γυναίκες επικαλούνται τη βοήθεια του και ακουμπούν το εικονισματάκι του αγίου πάνω τους. Η αντίληψη αυτή αναφέρεται και σ’ ένα προσόμοιο στιχηρό της εορτής. «Τῶν ἐπιτόκων γυναίων Πάτερ κηδόμενος, ἐλευθερίαν δίδως, τῷ Ναῷ σου φοιτώσαις….», δηλαδή, Φροντίζεις Πάτερ τις έγκυες γυναίκες που καταφεύγουν στο ναό σου δίνοντας του ελευθερία….

 Ἀπολυτίκιον

Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον λόγον.

Φερωνύμῳ σου κλήσει καλλωπιζόμενος, ἐλευθερίαν παρέχεις καὶ ἀπολύτρωσιν, τοῖς προσκάμνουσι δεινῶς, ποικίλας θλίψεσιν, Ἐλευθέριε σοφέ, ἱερῶν καλλονή, Μαρτύρων ἡ ὡραιότης· διὸ μὴ παύσῃ βραβεύων, ἀναψυχὴν τοῖς σὲ γαιρέρουσι.

 Κοντάκιον

Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.

Ὡς καλλονὴν τῶν ἱερέων Ὅσιε, καὶ προτροπὴν τῶν Ἀθλοφόρων ἅπαντες, εὐφημοῦμεν καὶ αἰτοῦμέν σε, Ἱερομάρτυς Ἐλευθέριε· Τοὺς πόθῳ σου τὴν μνὴμην ἑορτάζοντας, κινδύνων πολυτρόπων ἐλευθέρωσον, πρεσβεύων ἀπαύστως, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

 Κάθισμα

Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.

Ἐλεύθερον τὸν νοῦν, ἐκ παθῶν κεκτημένος, ἐγένου τοῦ Θεοῦ, γνησιώτατος δοῦλος, καὶ πλάνης ἠλευθέρωσας, τοὺς καλῶς σοι ποθήσαντας, ἐναθλήσας δέ, ὡς ἱερεύς τε καὶ Μάρτυς, Ἐλευθέριε, διπλοῦν ἐδέξω τὸ στέφος, πρεσβεύων σωθῆναι ἡμᾶς.

 

Έτοιμοι, μα τόσο ανέτοιμοι…

Έτοιμοι ν’ αρπαχτούμε.

Να ξεσπάσουμε σε ανύπαρκτους εχθρούς που δημιουργεί το κενό της ζωής μας.

Έτοιμοι να αναθεματίσουμε, να κατακρίνουμε, να μισήσουμε, να απορρίψουμε.

Μόνοι μας γεννούμε λογισμούς, μόνοι μας πωρώνουμε την καρδιά μας με την κακία, τον φανατισμό, την εμπάθεια.

Εχθρός αυτός που έχει πολιτική εξουσία.

Εχθρός αυτός που έχει εκκλησιαστική θέση.

Εχθρός αυτός που έχει χρήματα.

Εχθρός αυτός που έχει δόξα.

Εχθρός αυτός που έχει αυτά που δεν έχουμε.

Εχθρός ο γείτονας, εχθρός ο συμμαθητής, εχθρός ο σύζυγος, εχθρός ο συνάδελφος, εχθρός ο Θεός.

Έτοιμοι ν’αρπαχτούμε. Να ουρλιάξουμε για την αδικία που έχουμε υποστεί.

Έτοιμοι ν’ αρπαχτούμε. Να φωνάξουμε για το μέλλον για το οποίο μόνο εμείς νοιαζόμαστε.

 

Κοιτάμε αριστερά και δεξιά και δεν βλέπουμε ζωή μόνο θάνατο, δεν βλέπουμε ειρήνη μόνο πόλεμο, δεν βλέπουμε φως μόνο σκότος.

Η καρδιά μας πονά, υποφέρει. Και είναι η ταραχή μας σφραγίδα της δικής μας πραγματικότητας που ζούμε παρά της πραγματικότητας που υπάρχει.

Τα μάτια μας κοιτάνε πάντα με καχυποψία τους άλλους. Πουθενά εμπιστοσύνη, πουθενά οικειότητα, πουθενά αγκαλιά.

Συμπεριφερόμαστε λες και όλοι μας μισούμε. Αυτό νομίζουμε.

Πάσχουμε από ένα σύνδρομο καταδίωξης, από κόμπλεξ κατωτερότητας, από σχιζοφρενικά ξεσπάσματα.

Έτοιμοι ν’ αρπαχτούμε. Ενώ θα έπρεπε να είμαστε έτοιμοι ν’ αγκαλιαστούμε.

Θα ήταν όντως φοβερό να μας βλέπαμε.

Να βλέπαμε την εμπάθεια με την οποία μιλάμε, τα δάκρυα που χύνουμε από εγωισμό, τις φωνές που βάζουμε για μικρά και ανόητα, τις πληγές που προξενούμε σε ανθρώπους που δεν μας έφταιξαν σε τίποτα.

Αντί να δούμε την ζωή μας, αντί να μισήσουμε τον κακό μας εαυτό μισούμε τον άλλον. Και το κάνουμε αυτό γιατί είναι πιο βολικό και πιο εύκολο.

Είναι βολικό να ρίχνουμε τις ευθύνες στους πολιτικούς, στους αρχιερείς, στους διάσημους, στους πλούσιους, στους ξένους, στους πρόσφυγες, στους παλιούς, στους νέους, στον διάβολο, στον Χριστό.

Είναι εύκολο να κατακρίνεις τις ζωές των άλλων, τις επιλογές τους, τα λόγια τους, τις πράξεις τους.

Εύκολο και βολικό να είσαι έτοιμος ν’ αρπαχτείς.

Δεν υπάρχει πνεύμα συγκατάβασης, αλλά πνεύμα αυτοδικαίωσης.

Δεν υπάρχει πνεύμα συνύπαρξης, αλλά πνεύμα επιβολής της άποψής μας, του συμφέροντός μας, της «αξιότητάς» μας.

Έτοιμοι να σχολιάσουμε και όχι να προβληματιστούμε, έτοιμοι να σπάσουμε και να ριμάξουμε και όχι να οικοδομήσουμε.

Μένουμε λοιπόν στο κοίταγμα αυτό το λοξό, το γεμάτο φόβο και αγωνία που έθρεψε η πλάνη μας.

Έτοιμοι να ζητήσουμε τον λόγο για όλα αυτά που συμβαίνουν και μας απασχολούν (και μας ταλαιπωρούν) από τους υπεύθυνους, λες και εμείς δεν φταίξαμε πουθενά και σε τίποτα.

Έτοιμοι δίκαστες να καταδικάσουμε τον έναν και τον άλλον, να κρίνουμε ως αυθεντίες τα λάθη γνωστών και αγνώστων, των κακών, των άδικων, των ανήθικων, των αμαρτωλών.

Και είμαστε για λύπηση· όχι γιατί μας αδίκησαν οι άλλοι, η ιστορία, η ζωή, αλλά γιατί χάνουμε τον παράδεισο για την «δικαιοσύνη» που είμαστε έτοιμοι να επιβάλλουμε στον κόσμο (αν μπορούσαμε), για την «δικαιοσύνη» που νομίζουμε ότι υπερασπιζόμαστε· και ζούμε την κόλαση και είμαστε έτοιμοι να την υπερασπιστούμε με κάθε κόστος.

Έτοιμοι μα τόσο ανέτοιμοι να συγχωρέσουμε, να ελεήσουμε, να αγαπήσουμε, να ζήσουμε αιώνια.

Και δεν υπάρχουν «αλλά» και δικαιολογίες, γιατί όπου υπάρχουν αυτά, απλά επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές.

 

Aρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Από το http://imverias.blogspot.gr/2016/11/blog-post_23.html

Όσιος Πατάπιος ο Αιγύπτιος

Η μνήμη του τιμάται στις 7 Δεκεμβρίου

osiospatapios

Ο όσιος και θεοφόρος πατήρ ημών Πατάπιος γεννήθηκε στην Θήβα της Άνω Αιγύπτου από πλού­σιους και ευσεβείς γονείς από τους οποίους πήρε χριστιανική αγωγή και αξιόλογη παιδεία. H αγάπη του Χριστού έφλεγε το είναι του και έτσι αναχώρησε σε νεαρή ηλικία για να ασκηθεί στην έρημο ποθώντας την ένωσή του με τον Θεό. H αδιάλειπτη προσευχή και ή μελέτη των Θείων Γραφών πλαι­σίωναν την ασκητική του πρακτική την οποία χαρακτήριζαν ή σκληραγωγία, η αυστηρή νηστεία, η νέκρωση των σαρκικών επιθυμιών. Έτσι έγινε ο αληθινός άνθρωπος του Θεού και απέκτησε ουράνια χαρίσματα και ιαματική δύναμη που τον έκανε αγαπητό και περιζήτητο στον λαό του Θεού.

Επειδή όμως η πνευματική του πορεία συναντούσε εμπόδια από τον έπαινο των ανθρώπων, εγκατέλειψε κρυφά το αγαπημένο του ασκητήριο και αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη. Εκεί βρήκε νέο τόπο ψυχικής αναπαύσεως, για να συνεχίσει απρόσκοπτα την πνευματική του εργασία. Ωστόσο συνδέθηκε πνευματικά με δύο θεόφρονες ασκητές, τον Βάρα και τον Ραβουλα, και όλοι μαζί αποφάσισαν να εγκατασταθούν έξω από τα τείχη της πρωτεύουσας με κοινό πρόγραμμα προσευχής και ασκήσεως άλλα διαφορετικό τόπο διαμονής. Ο όσιος Πατάπιος διάλεξε την βόρεια περιοχή κοντά στις Βλαχέρνες. Ο όσιος Ραβουλας στάθηκε κοντά στην πύλη του Ρωμανου, ενώ ο όσιος Βάρας έκτισε την Μονή του Τιμίου Προδρόμου της Πέτρας στο μέσο της διαδρομής των ασκητηρίων των δύο φίλων του.

Με τον καιρό ο Όσιος Πατάπιος έγινε γνωστός στην βυζαντινή κοινωνία με αποτέλεσμα να συναχθεί γύρω του πλήθος μοναχών. Γι’ αυτό τον λόγο ανήγειρε την Μονή του Τιμίου Προδρόμου των Αιγυπτίων, της οποίας ήταν όχι μόνο ο κτίτορας αλλά και ο απλανής οδηγός. Οι αρετές και τα χαρίσματά του έκαναν πλήθος κόσμου να καταφεύγει στην Μονή για ευχή, συμβουλή και ψυχοσωματική θεραπεία. Στην Μονή αυτή ο Όσιος -πλήρης έργων αγαθών- κοιμήθηκε εν Κυρίφ με ειρήνη κατά τον 6ο μ.Χ. αιώνα. Η ανακομιδή του αποκάλυψε στην Εκκλησία του Χριστού ένα ουράνιο δώρο: Το άφθαρτο και θαυματουργό λείψανό του, που ευωδιάζει.

Όταν μετά από λίγα χρόνια η Μονή των Αιγυπτίων καταστράφηκε από πυρκαγιά (το 536 μ.Χ.) ο Όσιος Βάρας μετέφερε το ιερό σκήνωμα στην δική του Μονή του Τιμίου Προδρόμου της Πέτρας. Η Μονή αυτή και για τον ιδιαίτερο λόγο ότι φύλαγε το λείψανο του μεγάλου ασκητού απολάμβανε τον σεβασμό και την προστασία πολλών αυτοκρατόρων και αρχόντων.

Ο αρχικός βίος και τα πρώτα θαύματα του Οσίου Παταπίου γράφηκαν από δύο αγίους της Εκκλη­σίας μας: Τον Όσιο Συμεών τον Μεταφραστή (9 Νοεμβρίου) και τον Άγιο Ανδρέα τον Ιεροσολυμίτη (4 Ιουλίου), Αρχιεπίσκοπο Κρήτης και ποιητή του Μεγάλου Κανόνος.

Ύστερα από πολλούς αιώνες η Μονή της Πέτρας έτυχε της ιδιαίτερης προστασίας της αυτο- κράτειρας Ελένης Παλαιολογίνας, διότι εκεί ίδρυσε γηροκομείο με την επωνυμία «η Ελπίς των απηλπισμένων». Η αυτοκράτειρα αυτή ήταν θεοσεβής και φιλάνθρωπος και κατά τον φιλόσοφο Γε­ώργιο Πλήθωνα ή Γεμιστό  διακρινόταν για την σωφροσύνη και δικαιοσύνη της. Στην νόμιμη ηλικία παντρεύτηκε τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Μανουήλ Β’ τον Παλαιολόγο. Απέκτησαν έξι τέκνα, δύο εκ των οποίων ανέβηκαν στον θρόνο τον Ιωάννη τον Η’ Παλαιολόγο και τον Κωνσταντίνο τον ΙΔ’ Παλαιολόγο, τον τελευταίο και μαρτυρικο αυτοκράτορα της Ρωμηοσύνης. Ο σύζυγός της κοι­μήθηκε εν Κυρίφ το 1425 ως μοναχός Ματθαίος. Η κουρά του έγινε 2 χρόνια πριν την κοίμηση του. Τότε εκείνη κατέφυγε στην Μονή της Κυρά-Μάρθας στην Βασιλεύουσα, όπου έγινε μοναχή με το όνομα «Υπομονή». Στο μοναστήρι αυτό έζησε 25 χρόνια και κοιμήθηκε εν Κυρίω με ειρήνη στις 13 Μαρτίου 1450. Μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως στις 29 Μαΐου 1453 ο Αγγελής Νοταράς -αδελφός του Λουκά Νοταρά του τελευταίου πρωθυπουργού της αυτοκρατορίας και εθνομάρτυρος, συγγενούς της μοναχής Υπομονης- άνθρωπος ευλαβής και πιστός, κατέφυγε με την οικογένεια του στην Ελλάδα. Ήρθε στην Πελοπόννησο κοντά στον εξάδελφό του Θωμά Παλαιολόγο, Δεσπότη του Μυστρά, ο οποίος του χάρισε κτήματα πολλά στην Κορινθία και ρίζωσε στα Τρίκαλα. Ήταν ανεψιός της Οσίας Υπομονής και παππούς του Γεωργίου Νοταρά, του μετέπειτα Αγίου Γερασίμου του νέου ασκητού στην Κεφαλλονιά. Ο τελευταίος μάλιστα είχε προστάτη και πρότυπο ασκητικό τον Όσιο Πατάπιο, τον οποίο προσκύνησε στο σπήλαιο των Γερανείων.

Ο Αγγελής Νοταράς λοιπόν μαζί με την οικογένεια και την κινητή του περιουσία έφερε στην Ελλάδα από την Μονή της Πέτρας (η οποία διαλύθηκε μετά το 1640 μ.Χ.) ως πολύτιμο θησαύρισμα το Ιερό σκήνωμα του Οσίου Παταπίου, που προστατευόταν με αυτοκρατορική εντολή, καθώς και την τιμία κάρα της θείας του Αγίας Υπομονής. Το ιερό του φορτίο το εναπέθεσε με τιμές στο σπήλαιο ασκητών στα Γεράνεια Όρη, το οποίο χρονολογείται πριν από τον ΙΔ’ αιώνα και είναι δι­αρρυθμισμένο σε ναό εδώ και εκατοντάδες χρόνια. Στο πέτρινο τέμπλο του ναού εικονίζονται στα δεξιά η Δέηση και στα αριστερά τρία άγια πρόσωπα από την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως: η Αγία Υπομονή, ο Άγιος Πατάπιος και ο Άγιος Νίκων ο Νέος (ο Ρώσος κατά την καταγωγή). Οι δύο ανδρικές αυτές μορφές συνοδεύονται από την επιγραφή «ο εν τω Ξηρώ όρει ασκήσας», που μας δείχνει με ακρίβεια τον κατάξερο και δυσπρόσιτο τόπο πού ασκήθηκαν: ο Πατάπιος στην περιφέρεια των Βλαχερνών και ο Νίκων ο Νέος στην Μονή της Πέτρας. Η αριστερή παράσταση συμπληρώνεται από την μορφή του Αγίου Υπατίου Γαγγρών που μαρτύρησε στον Ξηρόλοφο Κωνσταντινουπόλεως. Οι αγιογραφίες τελείωσαν και το άγιο λείψανο τάφηκε με εντολή του Αγγελή Νοταρά. Στην κοινή θέα παρέμεινε μόνο η τοιχογράφηση του σπηλαιώδους μικρού ναού σαν ένας δυσεπίλυτος γρίφος.

Αναφέρουμε εδώ ότι ο σπηλαιώδης αυτός ναός σκέπασε την πνευματική αναζήτηση κάποιων ασκητών αιώνες νωρίτερα και αποτέλεσε μέρος των «παραλαυρίων» του ονομαστού ασκητού και ποδηγέτη του Κιθαιρώνα, του οσίου Μελετίου του Νέου (1 Σεμπτεμβρίου), που ήδη καθοδηγούσε τρεις χιλιάδες μοναχούς, οι όποιοι ασκήτευαν από τον Κιθαιρώνα και την περιφέρεια της Μεγαρικής ως τα Γεράνεια όρη.

Ο γρίφος των τοιχογραφιών λύθηκε μόλις στα 1904, όταν ανακαλύφθηκε το ιερό λείψανο. Αφορμή δόθηκε από τον υψηλόσωμο ιερέα Κωνσταντίνο Σουσάνη, ο όποιος αγαπούσε το σπήλαιο και πήγαινε εκεί με την συνοδεία του για να λειτουργήσει. Ως ψηλός όμως που ήταν, δυσκολευόταν πολύ στο ιερό και έπρεπε πάντοτε να σκύβει. Με την εντολή του ο Λουτρακιώτης μαρμαράς Βασίλης Πρωτοπαπάς ανέλαβε την διάνοιξη του Ιερού Βήματος καθώς και της δυτικής πλευράς των τοιχω­μάτων του κυρίως ναού. Καθώς όμως έρριχνε τον δυτικό τοίχο απομακρύνοντας τα χώματα πού τον συγκρατούσαν, ο κασμάς του σφηνώθηκε. Προσπαθώντας να τον βγάλει από εκεί αποκαλύφθηκε το ευωδιάζον και ακέραιο σκήνωμα του Οσίου Παταπίου. Κέδρινη βάση το στήριζε στο κεφάλι και μαρμάρινη στα πόδια και καλυπτόταν με σειρά από κεραμίδια, ενώ έφερε πετραχήλι. Μέσα στον τάφο βρέθηκαν ακόμη ένας μικρός ξύλινος σταυρός ρωσικής τεχνοτροπίας, βυζαντινά νομίσματα διαφόρων εποχών και δερμάτινη μεμβράνη με το όνομα του Οσίου. Αργότερα βρέθηκε η κάρα της Αγίας Υπομονής και πολύ αργότερα ευωδιάζοντα οστά ασκητών του σπηλαίου καθώς ανακαινιζόταν ή βορεινή πλευρά του μικρού ναού. Η εύρεση του λειψάνου του Αγίου Παταπίου κατά την τρίτη της Διακαινησίμου του 1904 σήμανε την αρχή για τη δημιουργία της Μονής του η οποία ξεκίνησε το 1945 από τον αρχιμ. Νεκτάριο Μαρμαρινό. και με την εγκατάσταση της πρώτης μοναχής το 1952. Βάσει των παλαιοτέρων και νεοτέρων θαυμάτων του ο Όσιος Πατάπιος είναι προστάτης των καρκινοπαθών και των υδρωπικών.

Από το http://www.pemptousia.gr/2016/12/o-osios-patapios-o-egiptios-prostatis-ton-karkinopathon/